Το γράμμα (Τσέχωφ) | Μέρος Δ’

Το γράμμα (Τσέχωφ) | Μέρος Δ’

O διάκονος έφυγε και μαζί του πήρε και τον Αναστάσι. Όπως γίνεται πάντα την παραμονή της Κυριακής του Πάσχα, στον δρόμο απλωνόταν σκοτάδι, όλος όμως ο ουρανός λαμποκοπούσε γεμάτος φωτεινά, ακτινοβόλα αστέρια.
O γαλήνιος, ασάλευτος αέρας μύριζε άνοιξη και γιορτή.
«Πόση ώρα υπαγόρευε;» απόρησε ο διάκονος. «Δέκα λεπτά, όχι παραπάνω! Τέτοιο γράμμα άλλος δεν θα το ‘γραφε ούτε σ’ έναν μήνα! E; Αυτό είναι μυαλό! Κι εγώ δεν ξέρω τι να πω για ένα τέτοιο μυαλό! Εκπληκτικό! Μα την αλήθεια, εκπληκτικό!»
«Μόρφωση!» αναστέναξε ο Αναστάσι, και σήκωσε τις άκρες του ράσου του ως τη ζώνη του καθώς διέσχιζαν τον λασπωμένο δρόμο. «Εμείς δεν μπορούμε να συγκριθούμε μαζί του. Εμείς μείναμε διάκοι, ενώ αυτός προχώρησε στην επιστήμη του. Ναι. Ένας πραγματικός άνθρωπος, τι να λέμε τώρα».
«Και πού να τον ακούσετε στην αποψινή λειτουργία που θα διαβάζει το Ευαγγέλιο στα λατινικά! Και λατινικά ξέρει, και ελληνικά ξέρει… Ενώ ο Πετρούχα, ο Πετρούχα!» θυμήθηκε ξαφνικά ο διάκονος τον γιο του. «Αμ, τώρα θα του βγει δουλειά! Θα δαγκώσει τη γλώσσα του! Τώρα θα δει πόσα απίδια βάνει ο σάκος! Τώρα πια δεν θα ρωτάει: γιατί; και γιατί; Τώρα βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ! Χα χα χα!»
Ο διάκονος γέλασε εύθυμα και δυνατά. Τώρα που γράφτηκε πια το γράμμα για τον Πιοτρ βρήκε το κέφι του και ηρέμησε. H επίγνωση του γεγονότος ότι εκπλήρωσε το χρέος του ως γονιός και η πίστη του στη δύναμη του γράμματος τον έκαναν να ξαναβρεί το χιούμορ και την καλοσύνη του.
«Αν μεταφράσετε το όνομα Πιοτρ, σημαίνει πέτρα!» είπε την ώρα που πλησίαζαν στο σπίτι του. «O δικός μου ο Πιοτρ όμως δεν είναι πέτρα, αλλά ένα κουρέλι. Μια οχιά τού γίνηκε φόρτωμα αυτός κάθεται και την κανακεύει και δεν μπορεί να την ξεφορτωθεί. Φτού! Υπάρχουν, Θεέ μου, συχώρα με, κάτι γυναίκες! E; Πού είναι η τσίπα της; Φορτώθηκε στον νεαρό, κόλλησε κοντά του και τον κρατάει δεμένο στη φούστα της… Ντροπή της!»
«Μήπως δεν τον κρατάει αυτή αλλά την κρατάει αυτός;»
«Όπως και να ‘χει, αυτή δεν έχει τσίπα! Και δεν υπερασπίζομαι τον Πιοτρ… Θα ‘ρθει κι αυτουνού η σειρά… Θα διαβάσει το γράμμα και θ’ αρχίσει να ξύνει το κεφάλι του! Θα ζεματιστεί από την ντροπή του!»
«To γράμμα είναι περίφημο, μόνο… καλύτερα μην το στείλεις, πάτερ διάκονε. Ασ’ το να πάει στο καλό!»
«Γιατί;» τρομοκρατήθηκε ο διάκονος.
«Έτσι! Μην το στείλεις, διάκονε! τι νόημα έχει; Εντάξει, θα το στείλεις, αυτός θα το διαβάσει, και… και μετά τι; Μόνο που θα τον αναστατώσεις. Συγχώρα τον και άσ’ τον να πάει στο καλό!» O διάκονος κοίταξε απορημένος το σκούρο πρόσωπο του Αναστάσι, το διάπλατα ανοιγμένο ράσο του που θύμιζε φτερά μέσα στα σκοτάδια, και σήκωσε τους ώμους του.
«Πώς γίνεται να τον συγχωρήσω;» είπε. «Εγώ θα ευθύνομαι απέναντι στον Θεό γι’ αυτόν!»
«Κι έτσι να ‘ναι, συγχώρεσέ τον. Μα την αλήθεια! κι ο Θεός θα συγχωρήσει κι εσένα για την καλοσύνη σου».
«Mα δεν είναι γιος μου; Πρέπει ή δεν πρέπει να του διδάξω κάποια πράγματα;» «Να του διδάξεις; Και γιατί να μην του τα διδάξεις; Να του διδάξεις μπορείς, αλλά γιατί θα πρέπει να τον πεις ειδωλολάτρη; Θα θιχτεί, διάκονε…»
O διάκονος ήταν Χήρος και ζούσε σ’ ένα σπιτάκι με τρία δωμάτια. Με το νοικοκυριό του ασχολούνταν η μεγαλύτερη αδελφή του, μια μεγαλοκοπέλα που εδώ και τρία χρόνια είχε μείνει παράλυτη, γι’ αυτό και δεν σηκωνόταν από το κρεβάτι. Εκείνος τη φοβόταν, την άκουγε και δεν έκανε το παραμικρό δίχως τη συμβουλή της. Ο πατήρ Αναστάσι μπήκε μαζί του στο σπίτι. Βλέποντάς το τραπέζι σκεπασμένο κιόλας από τα τσουρέκια και τα κόκκινα αυγά, ποιος ξέρει γιατί, θυμήθηκε το δικό του σπίτι, τον πήραν τα κλάματα και, θέλοντας να γυρίσει αυτά τα δάκρυα στ’ αστείο, αμέσως άρχισε να γελάει βραχνά.
«Ναι, όπου να ‘ναι θα τελειώσει η νηστεία» είπε. «Ναι… Και τώρα δεν θα έκανε κακό, διάκονε, να πιω ένα ποτηράκι. Μπορώ; Θα το πιω -μουρμούρισε λοξοκοιτάζοτας την πόρτα-, έτσι που η γερόντισσα να μην ακούσει το παραμικρό…»
O διάκονος έσπρωξε αμίλητος προς το μέρος του μια κανάτα κι ένα ποτηράκι, άνοιξε το γράμμα κι άρχισε να το διαβάζει φωναχτά. Και τώρα του άρεσε τόσο πολύ, όσο και την ώρα που του το υπαγόρευε ο αρχιδιάκονος. Λαμποκοπούσε ολόκληρος από ευχαρίστηση και, σαν να δοκίμαζε κάτι πολύ γλυκό, γύρισε το κεφάλι του.
«Tι γράααμμα είναι αυτό!» είπε. «Ούτε που θα το ονειρευόταν τέτοιο γράμμα ο Πετρούχα. Κάτι τέτοιο χρειαζόταν για να τον αναστατώσει!…»
«Ξέρεις κάτι, διάκονε; Μην το στείλεις!» είπε ο Αναστάσι γεμίζοντας, αφηρημένος τάχα, ένα δεύτερο ποτηράκι. «Συγχώρα τον κι ο Θεός μαζί του! Σου μιλώ… ειλικρινά. Αν ο ίδιος του ο πατέρας δεν τον συγχωρήσει, τότε ποιος θα τον συγχωρήσει; Και δηλαδή θα ζήσει έτσι, χωρίς συγχώρεση; Μα για σκέψου, διάκονε: Αυτοί που θα τον τιμωρήσουν θα βρεθούν και χωρίς εσένα, ενώ εσύ θα έπρεπε να αναζητάς αυτούς που θα φανούν καλοί με τον γιο σου! ΚΙ εγώ… εγώ… αδελφάκι μου, θα πιω… Το τελευταίο ποτηράκι… Πιάσε λοιπόν και γράψ’ του: Σε συγχωρώ, Πιοτρ! Αυτός θα καταλάααβει! Θα το συναισθααανθεί! Εγώ, αδελφέ… εγώ, διάκονε, το καταλαβαίνω από τον εαυτό μου…. Όταν ζούσα όπως όλοι οι άνθρωποι και είχα λίγες στενοχώριες, αλλά και τώρα που δεν είμαι πια κατ’ εικόνα και ομοίωσιν, ένα μονάχα πράγμα θέλω, να με συγχωρήσουν οι καλοί άνθρωποι. Για σκέψου άλλωστε- δεν πρέπει να συγχωρούμε τους δίκαιους αλλά τους αμαρτωλούς. Γιατί να συγχωρεθεί η γριούλα σου αν δεν είναι αμαρτωλή; Όχι, πρέπει να συγχωρήσεις αυτόν που τον κοιτάς και τον λυπάσαι… Μάλιστα!»
O Αναστάσι στήριξε το κεφάλι του στη γροθιά του και βυθίστηκε σε σκέψεις.
«Συμφορά, διάκονε» αναστέναξε, και ήταν ολοφάνερο ότι πάλευε με την επιθυμία του να πιει. «Συμφορά! Εν αμαρτίαις εκίσσησέ με ή μήτηρ μου, μέσα στην αμαρτία έζησα και μέσα στην αμαρτία θα πεθάνω… Θεέ μου, συγχώρα με τον αμαρτωλό! Έχασα τον δρόμο μου, διάκονε! Δεν υπάρχει για μένα σωτηρία! Και δεν είναι ότι έχασα τον δρόμο μου στα νιάτα μου, αλλά στα γεράματά μου, λίγο προτού πεθάνω… εγώ…»
O γέρος κούνησε πέρα δώθε το χέρι του και ήπιε λίγο ακόμα κι έπειτα σηκώθηκε και κάθισε αλλού. Δίχως v’ αφήνει από τα χέρια του το γράμμα, ο διάκονος πηγαινοερχόταν πέρα δώθε μέσα στο δωμάτιο. Σκεφτόταν τον γιο του. Δεν τον ανησυχούσαν πια η δυσαρέσκεια, η θλίψη και ο φόβος: όλα αυτά είχαν περάσει στο γράμμα. Τώρα το μόνο που φανταζόταν ήταν ο Πιοτρ, φανταζόταν το πρόσωπό του, θυμόταν τα αλλοτινά χρόνια όταν ο γιος του ερχόταν να τον δει για τις γιορτές. Σκεφτόταν μονάχα πράγματα όμορφα, γεμάτα θαλπωρή, γεμάτα θλίψη, όλα όσα μπορεί κανείς να σκέφτεται για μια ζωή, δίχως ποτέ να κουραστεί. Νοσταλγώντας τον γιο του, διάβασε ακόμα μια φορά το γράμμα και έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στον Αναστάσι.
«Μην το στείλεις!» του είπε κάνοντας μια κίνηση με τον καρπό του χεριού του.
«Όχι, όπως και να ‘χει… πρέπει. Όπως και να ‘χει, καλό θα του κάνει… Θα του βάλει λίγο μυαλό. Δεν είναι άχρηστο…»
O διάκονος πήρε από το τραπέζι τον φάκελο, αλλά προτού βάλει εκεί μέσα το -γράμμα, κάθισε στο τραπέζι, χαμογέλασε και πρόσθεσε μόνος του κάτω από το γράμμα:
«Μας έστειλαν κι έναν καινούργιο επόπτη. Αυτός είναι πιο ζωηρός από τον προηγούμενο. Και χορευταράς και πολυλογάς, κι όλα περνούν από το χέρι του, έτσι που οι κόρες του Γκαβορόφσκι είναι όλες τρελές και παλαβές μαζί του. Λένε επίσης για τον στρατιωτικό διοικητή μας, τον Κοστιριόφ, πως όπου να ‘ναι θα βγει στη σύνταξη. Καιρός ήταν!» Και πολύ ικανοποιημένος, χωρίς να καταλαβαίνει ότι μ’ αυτό το υστερόγραφο διέλυε τελικά όλη την αυστηρότητα του γράμματος, ο διάκονος έγραψε τη διεύθυνση και έβαλε το γράμμα σε περίοπτη θέση πάνω στο τραπέζι.

 

 

 

Μέρος Α’: http://www.lecturesbureau.gr/1/the-letter-part-a/
Μέρος Β’: http://www.lecturesbureau.gr/1/the-letter-part-b/
Μέρος Γ’: http://www.lecturesbureau.gr/1/the-letter-part-c/

 

 
Ο απρόβλεπτος κύριος Τσέχοφ

Εισαγωγή-Ανθολόγηση-Μετάφραση Σταυρούλα Αργυροπούλου



Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram
  • Our truest life is when we are in dreams awake !!!

    lecturesbureau: "Our truest life is when we are in dreams 
awake !!!"
    224
    0
  • The cave you fear to enter holds the treasure you seek .

    lecturesbureau: "The cave you fear to enter
holds the treasure you seek ."
    588
    1
  • Be the sun and all will see you !

    lecturesbureau: "Be the sun and all will see you !"
    397
    0
  • It's not that some people have willpower and some don't ... It's that some people are ready to change and others are not .

    lecturesbureau: "It's not that some people have willpower
and some don't ... It's that some people are ready to change
and others are not ."
    276
    0
  • You have your brush , you have your colors , you paint the paradise , then in you go

    lecturesbureau: "You have your brush ,
you have your colors ,
you paint the paradise ,
then in you go"
    467
    4
  • A clever person solves a problem . A wise person avoids it .

    lecturesbureau: "A clever person solves a problem .
A wise person avoids it ."
    412
    1
  • We generally change ourselves for one of two reasons : desperation or inspiration .

    lecturesbureau: "We generally change ourselves for one of two reasons :
desperation or inspiration ."
    421
    2
  • There is no end . There is no beginning . There is only the infinite passion of life !

    lecturesbureau: "There is no end .

There is no beginning .

There is only the infinite passion of life !"
    352
    3
  • The great man is he who does not lose his child- heart !

    lecturesbureau: "The great man is he who does not lose 
his child- heart !"
    1462
    2
  • Magic exists ...

    lecturesbureau: "Magic exists ..."
    233
    1