ΠΟΙΗΣΗ

Τι ζητεί ο ποιητής από τον Απόλλωνα στον εγκαινιασμένο ναό του; Τι παρακαλεί χύνοντας καινούργιο νάμα από το αγγείο; Όχι τους εύφορους αγρούς της πλούσιας Σαρδηνίας ούτε τις ευτραφείς αγέλες της ζεστής Καλαβρίας ούτε το Ινδικό χρυσάφι και το ελεφαντόδοντο ούτε τους αγρούς που κατατρώγει με τα ήσυχα νερά του ο σιωπηλός...

Μόνος. Έν’ άδειο απέραντο τριγύρω μου, και μιας πολέμιας χλαλοής ασώπαστη η φοβέρα. Κι όταν εκείνη κατακάθεται, μόνος, θανάσιμη σιωπή παγώνει πέρα ως πέρα. Μόνος. Μ’ αρνήθηκαν οι σύντροφοι, κι από το πλάι μου γνωστικά τ’ αδέρφια τραβηχτήκαν. Μ’ έδειξε κάποιος. - Νά τος! - Καταπάνω μου γυναίκες, άντρες, γέροντες, παιδιά, σκυλιά...

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό, πᾶνε τώρα χρόνια, σ᾿ ἕνα τόπο μακρινό, ζοῦσαν μέσ᾿ στὰ χιόνια. Πάγωναν τὰ λούλουδα, μίσευαν τ᾿ ἀηδόνια, καλοκαίρι ζύγωνε κι ἦταν ὅλο χιόνια! Μάτια πάντα σκοτεινά, μέτωπα σκυμμένα, κι ἄνθρωποι δὲ βάδιζαν μὲ ρυθμὸ κανένα… Μιὰν ἀγάπη πέρασε, -μετὰ πόσα χρόνια;- καὶ τὰ μάτια δάκρυσαν κι ἕλιωσαν τὰ χιόνια… ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ   Εικόνα: https://fineartamerica.com/shop/canvas+prints/sad+eyes...

“Ένα παιδί, μοναχοπαίδι, αγόρι, αγάπησε μιας μάγισσας την κόρη – δεν αγαπώ, του λέει, εγώ παιδιά – μα αν θέλεις να σου δώσω το φιλί μου, της μάνας σου να φέρεις την καρδιά, να ρίξω να τη φάει το σκυλί μου… Τρέχει ο γιος τη μάνα του σκοτώνει και την...

Εδώ στου δρόμου τα μισά έφτασε η ώρα να το πω Άλλα είν’ εκείνα που αγαπώ γι’ αλλού γι’ αλλού ξεκίνησα Στ’ αληθινά στα ψεύτικα το λέω και τ’ ομολογώ Σαν να ‘μουν άλλος κι όχι εγώ μες στη ζωή πορεύτηκα Όσο κι αν κανείς προσέχει όσο κι αν τα κυνηγά Πάντα πάντα θα ‘ναι...

"… Κι επειδή συλλογίστηκεν: ωραία που είναι στην αγκαλιά ο ένας του άλλου γέμισαν έρωτα οι μεγάλες γούρνες αγαθά σκύψανε τα ζώα μοσκάρια και αγελάδες σαν να μην ήτανε στον κόσμο πειρασμός κανένας και να μην είχαν γίνει ακόμη τα μαχαίρια Η ειρήνη θέλει δύναμη να την αντέξεις είπε και στροφή γύρω του...

(Ο Victor Hugo έγραψε αυτό το ποίημα μετά από μία επίσκεψή του σε γαλλική φυλακή.) Κάθε παιδί που μορφώνουμε είναι ένας άνθρωπος που κερδίζουμε Ενενήντα από τους εκατό κλέφτες που βρίσκονται στη φυλακή Δεν έχουν πάει ποτέ στο σχολείο Και δεν γνωρίζουν ανάγνωση, ούτε να υπογράφουν με σταυρό. Είναι σ'αυτή τη σκιά που συνάντησαν...

Στο κύμα πάει να κοιμηθεί δεν έχει τι να φοβηθεί Μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει γλάρος είναι και πηγαίνει Από πόλεμο δεν ξέρει ούτε τι θα πει μαχαίρι Ο Θεός του ’δωκε φύκια και χρωματιστά χαλίκια Αχ αλί κι αλίμονό μας μες στον κόσμο το δικό μας Δε μυρίζουνε τα φύκια δε γυαλίζουν τα χαλίκια Χίλιοι δυο παραφυλάνε σε...

Αφού με το μολύβι αλλά και με το χρώμα την τέχνη κάνατε ισότιμη της φύσης, κι ίσως και μ’ έναν τρόπο ανώτερή της, τις ομορφιές της ξαναδίνοντας σ’ εμάς πιο όμορφες ακόμα, τώρα που το σοφό σας χέρι αφιερώσατε σε έργο ευγενέστερο, τη συγγραφή, τη μόνη που σας έλειπε δική της...

Βαδίζω σ' ένα δρόμο μοναχός ο μόνος που γνώρισα στη ζήση Μήτε και ξέρω που θα βγω μα είναι σαν εμένα και μόνος τον περνώ Σεργιανώ σ' αυτή την άδεια στράτα στη Λεωφόρο Των Χαμένων Ονείρων όπου η πόλη ήσυχη κοιμάται. Κι είμαι μόνον εγώ και περπατώ μονάχος περπατώ μονάχος, περπατώ μονάχος Μ' ακολουθεί...

Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram