fbpx

ΠΟΙΗΣΗ

Βαδίζω σ' ένα δρόμο μοναχός ο μόνος που γνώρισα στη ζήση Μήτε και ξέρω που θα βγω μα είναι σαν εμένα και μόνος τον περνώ Σεργιανώ σ' αυτή την άδεια στράτα στη Λεωφόρο Των Χαμένων Ονείρων όπου η πόλη ήσυχη κοιμάται. Κι είμαι μόνον εγώ και περπατώ μονάχος περπατώ μονάχος, περπατώ μονάχος Μ' ακολουθεί...

NON EBUR Δεν λάμπει στο σπίτι μου ελεφαντόδοντο ούτε χρυσό φάτνωμα ούτε επιστύλια από μάρμαρο Υμηττού πιέζουν τους κίονες, τους λιθοτομημένους στην έσχατη Αφρική. Δεν κληρονόμησα απροσδόκητα το ανάκτορο του Αττάλου ούτε υφαίνουν για μένα λακωνικά πορφυρά ενδύματα οι ευγενείς πελάτισσες. Διαθέτω όμως αξιοπιστία και πλούσια φλέβα ευφυίας και ενώ είμαι πτωχός, ο πλούσιος ζητεί την...

Άλλοι, ας καυχηθούν για τις σελίδες που έχουν γράψει. εγώ, είμαι περήφανος για κείνες που έχω διαβάσει. Μπορεί να μην υπήρξα φιλόλογος, ή να μην έχω ερευνήσει τις πτώσεις, τις εγκλίσεις τις δύσκολες μεταφωνίες των γραμμάτων, το δέλτα που μετατρέπεται σε ταυ την ισοδυναμία του χι με το κάπα, αλλά, χρόνο με...

Το σιδερένιο τώρα πια σπαθί έκανε ό,τι έπρεπε να κάνει, εκδικήθηκε· τα τρομερά δοξάρια τώρα και τα δόρατα στο αντίπαλο βάφτηκαν αίμα που χύθηκε. Σε πείσμα ενός θεού και του πελάγου του, ο Οδυσσέας ξαναγύρισε στη γυναίκα, στη γης του, σε πείσμα ενός θεού και των ανέμων του των παγωμένων, του Άρη...

Προμηθεύς δεσμώτης 454 κ.εξ. ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ: Τις δυστυχίες ακούστε των θνητών, που ενώ δεν είχαν πρωτύτερα μυαλό, με νου και σκέψη τους φώτισα. Κι όσα θα πω δεν είναι παράπονο γι’ αυτούς, μονάχα δείχνω το τι καλό τούς έχω κάνει· πρώτα εκείνοι έβλεπαν, μα έβλεπαν του κάκου, κι άκουγαν, μα δεν άκουγαν καθόλου, αλλά ως...

1524 Ό,τι γεννιέται, με το πέρασμα του χρόνου πάντα πεθαίνει- δεν αφήνει ο ήλιος πίσω του τίποτα ζωντανό. Χάνεται η χαρά και η αιτία κάθε θλίψης, μαζί τους χάνονται οι σκέψεις και τα λόγια- και η αρχαία γενιά μας μια σκιά στον ήλιο, στον άνεμο καπνός. Όπως εσείς, άνθρωποι ήμασταν κι εμείς, όπως εσείς,...

ΙΙΙ. Έτσι μιλώ για σένα και για μένα Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω Να μπαίνω σαν Πανσέληνος Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή σεντόνια Να μαδάω γιασεμιά -- κι έχω τη δύναμη Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω Μεσ’ από φεγγαρά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές Υπνωτισμένα...

Mπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγματα και με τα πιο μικρά.. Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών. Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές. Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα για το τέλος τους. Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια. Που ξέρω ν' ανακαλύπτω τα κρυμμένα...

Σ’ ένα κιτρινισμένο δάσος ήταν ένα σταυροδρόμι, και εγώ Λυπόμουν που να πάρω και τους δυό τους δρόμους δε γινόταν, Γιατί ένας ταξιδιώτης ήμουν, στάθηκα πολύ καιρό Και κάτω κοίταζα τον ένα ως το μακρυνό Σημείο που έγερνε και μέσα στα χαμόκλαδα χανόταν. Ύστερα, δίκαια κι ωραία, πήρα, αποφασισμένος, Τον άλλο...

Ένας γενναίος ιππότης χαρούμενα ντυμένος, μ’ ήλιο και με βροχή, τη λύρα του ζωσμένος ταξίδεψε να βρει την χώρα του Ελντοράντο. Μα γέρασεν ο νέος ο ιππότης ο γενναίος. Με θλίψη κι η καρδιά του γέμισε που δεν βρήκε μήτε ίχνος καν μπροστά του της χώρας του Ελντοράντο. Κι όταν η δύναμή του έφυγε απ’ το κορμί του, συνάντησε...

Loading new posts...
No more posts

Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram