Lectures Bureau | … Και αν το παρελθόν σου δεν σου αρέσει, άλλαξέ το. Κάνε το καλύτερο. (IRVIN D. YALOM) | Μέρος Α’
Ένα site επιστήμης και φιλοσοφίας με στόχο τη δόμηση ενός αξιακού συστήματος, το οποίο, σεβόμενο τη διαφορετικότητα της προσωπικότητας, θα λειτουργήσει ως άξονας για τη δημιουργία καλών σχέσεων σε όλους τους τομείς της ζωής. Φιλοσοφία | Επιστήμη | Τέχνη
29916
post-template-default,single,single-post,postid-29916,single-format-standard,qode-quick-links-1.0,ajax_fade,page_not_loaded,,side_area_uncovered_from_content,footer_responsive_adv,qode-content-sidebar-responsive,qode-theme-ver-16.9,qode-theme-bridge,qode_header_in_grid,wpb-js-composer js-comp-ver-5.5.5,vc_responsive

… Και αν το παρελθόν σου δεν σου αρέσει, άλλαξέ το. Κάνε το καλύτερο. (IRVIN D. YALOM) | Μέρος Α’

… Και αν το παρελθόν σου δεν σου αρέσει, άλλαξέ το. Κάνε το καλύτερο. (IRVIN D. YALOM) | Μέρος Α’

«Θέλω αυτή η θεραπεία να είναι διαφορετική από την προηγούμενη. Αυτή τη φορά θέλω να κάνουμε πλήρη ανακαίνιση. Πλησιάζουν τα γενέθλιά μου, κλείνω τα εξήντα, και θέλω να αλλάξω τη ζωή μου ».

Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια της Σάλλυ. Όμορφη και άμεση γυναίκα, με κοίταξε στα μάτια και το βλέμμα της έμεινε στο δικό μου. Μιλούσε για την προηγούμενη ψυχοθεραπεία που είχαμε κάνει μαζί πριν από έξι χρόνια, όταν είχε ζητήσει τέσσερις και μόνο τέσσερις συνεδρίες για να τη βοηθήσω να αντιμετωπίσει το παρατεινόμενο πένθος της για το θάνατο του πατέρα της. Παρόλο που είχε αξιοποιήσει καλά εκείνες τις συναντήσεις και είχε διερευνήσει σε αρκετό βάθος τη θυελλώδη σχέση της με τους γονείς της, διαισθανόμουν ότι υπήρχαν πολύ περισσότερα θέματα που θα μπορούσαν ν’ απασχολήσουν την προσοχή μας, αλλά εκείνη παρέμεινε ακλόνητη στην επιθυμία της να κάνουμε τέσσερις μόνο συνεδρίες.

«Δεν ξέρω τι θυμάστε για μένα», συνέχισε, «όλη μου τη ζωή δούλευα σε ένα εργαστήριο Φυσικής ως τεχνικός και αυτό είναι που θέλω τώρα ν’ αλλάξω. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν αγάπησα πραγματικά αυτή τη δουλειά. Η αληθινή μου κλίση είναι το γράψιμο. Θέλω να γίνω συγγραφέας».

«Δεν θυμάμαι να μου έχεις ξαναπεί κάτι τέτοιο».

«Το ξέρω. Τότε δεν ήμουν έτοιμη να μιλήσω γι’ αυτό. Ούτε στον ίδιο μου τον εαυτό. Τώρα είμαι έτοιμη. Και ήρθα ξανά σ’ επαφή μαζί σου γιατί ξέρω ότι είσαι συγγραφέας και πιστεύω ότι μπορείς να με βοηθήσεις να γίνω κι εγώ αληθινή συγγραφέας».

« Θα κάνω ό,τι μπορώ. Μίλησέ μου γι’ αυτή την αλλαγή».

« Αποφάσισα να κάνω το γράψιμο πρώτη μου προτεραιότητα. Τώρα πια έχω αρκετά χρήματα, με το δικό μου εφάπαξ από τη συνταξιοδότηση και με τη δουλειά του συζύγου μου. Είναι πιλότος στη United Airlines και, παρότι η εταιρεία του έχει κατακλέψει τις συντάξεις των πιλότων – ο διευθύνων σύμβουλος είχε φαίνεται μεγάλη ανάγκη τα εκατό εκατομμύρια που πήρε σε μισθούς και σε μπόνους-, ο άντρας μου εξακολουθεί να κερδίζει αρκετά κι αυτό δεν θ’ αλλάξει τουλάχιστον για την επόμενη πενταετία. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι πρέπει να έχω ταλέντο».

« Πρέπει να έχεις ταλέντο; Πώς το εννοείς;»

« Θέλω να πω ότι μάλλον πρέπει να έχω κάποιο ταλέντο. Στα δεκαοχτώ μου είχα κερδίσει ένα βραβείο για νέους συγγραφείς που είχε θεσπίσει μια εταιρεία λογοτεχνών. Τέσσερις χιλιάδες δολάρια. Πριν από σαρανταδύο χρόνια».

« Τεράστιο βραβείο! Μεγάλη τιμή!»

« Μεγάλη κατάρα, όπως αποδείχτηκε».

« Πώς έτσι;»
« Γιατί μου μπήκε στο μυαλό ότι δεν θα κατάφερνα ποτέ να σταθώ στο ύψος τέτοιας τιμής. Άρχισα να νιώθω σαν να τους εξαπάτησα και φοβόμουν να δείξω δουλειά μου».

« Τι έγραφες;»

« Τι γράφω, θα έπρεπε να πούμε, γιατί δεν έπαψα ποτέ να γράφω. Λίγο απ’ όλα, μια συνεχή ροή από ποιήματα, διηγήματα και μικρά πεζά».

« Και τι τα έκανες ολ’ αυτά τα έργα; Έχεις δημοσιεύσει κάποια;»
« Εκτός από τη νουβέλα που κέρδισε τότε εκείνο το βραβείο, δεν δημοσίευσα ποτέ τίποτα. Δεν το προσπάθησα καν. Ούτε μία φορά. Έχω κρατήσει όμως όλα τα κείμενα που έγραψα σε όλη μου τη ζωή. Ούτε να στείλω τίποτα για δημοσίευση μπορούσα ούτε να πετάξω τίποτα. Τα έχω σε μια μεγάλη κούτα σφραγισμένη με κολλητική ταινία. Όλα όσα έχω γράψει από την εφηβεία μου κι έπειτα».

Μια μεγάλη σφραγισμένη κούτα που περιέχει όλα όσα έχει γράψει! Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα. Για σιγά, είπα μέσα μου, γιατί είχα αρχίσει να γλιστράω στην άλλη μου ταυτότητα, του συγγραφέα, κι ένιωθα ότι άρχιζα να εμπλέκομαι πολύ στενά. Η περιέργειά μου είχε ανάψει για τα καλά. Κι η ενσυναίσθησή μου επίσης. Μ’ έπιασε ρίγος όταν σκέφτηκα ότι τα έργα που έχω γράψει σε όλη μου τη ζωή μπορεί να βρίσκονταν αποθηκευμένα σε μια κούτα και να μην τα είχε δει ανθρώπου μάτι. Μην ταυτίζεσαι υπερβολικά, προειδοποίησα τον εαυτό μου. Μόνο κακό μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Γύρισα στη Σάλλυ.

« Πώς νιώθεις γι’ αυτό;»

« Για ποιο; Που τα έχω όλα μέσα σ’ εκείνη την κούτα;»

« Ναι».

«Δεν με πειράζει και τόσο. Πράγματα που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται. Μια χαρά λειτουργούσε αυτό… μέχρι σήμερα. Μπορώ να σου πω πόσα καλά προσφέρει ο μηχανισμός της άρνησης. Πάντα θεωρούσα ότι οι θεραπευτές δεν έχουν σ’ αρκετή εκτίμηση την άρνηση ».

« Σωστά! Εμείς οι θεραπευτές δεν προσκαλούμε την άρνηση να κατασκηνώσει μαζί μας γύρω απ’ τη φωτιά. Ομολογώ ότι κι εγώ περιμένω από τους θεραπευόμενούς μου να απεκδύονται τον μηχανισμό της άρνησης και να τον αφήνουν στην γκαρνταρόμπα
πριν μπουν στο γραφείο μου».

Χαμογελάσαμε κι οι δύο. Ήμαστε καλό ζευγάρι. Πότε είχα ξαναχρησιμοποιήσει τις λέξεις «να κατασκηνώσει» «να απεκδύονται» και «γκαρνταρόμπα» στην ίδια θεραπευτική συνεδρία. Ένιωσα πως οι δυο μας είχαμε εγκατασταθεί με άνεση σε μια συγγραφική συνομιλία. Προσοχή, προσοχή, σκέφτηκα. Για βοήθεια ήρθε, όχι για κοινωνική συναναστροφή.

«Και πού τη φυλάς την κουτά;»

«Για την ακρίβεια είναι δύο κουτές. Η πρώτη, η κυρίως κούτα, είναι ξέχειλη, τήν έχω σφραγίσει με ταινία και την έχω αποθηκεύσει μακριά απ’ τα αδιάκριτα βλέμματα στο πίσω πίσω μέρος της ντουλάπας μου. Με τα χρόνια έχω πετάξει ένα σωρό πράγματα -ρούχα, φωτογραφίες, βιβλία-, την κούτα όμως όχι. Την κουβαλάω όλη μου τη ζωή, όπως κουβαλάει η χελώνα το καύκαλό της, από σπίτι σε σπίτι που μετακομίζω. Έχει μέσα ό,τι έχω γράψει από την εφηβεία μου μέχρι πριν από καμιά δεκαπενταετία. Τη δεύτερη κούτα, όπου κρατάω όλα τα πρόσφατα γραπτά μου, την έχω ανοιχτή και σε λειτουργία κάτω από το γραφείο μου».

«Έχεις σώσει λοιπόν τη γραπτή παραγωγή όλης της ζωής σου και την κρατάς κοντά σου αλλά σε σημείο που δεν τη βλέπεις ;»

«Όχι, όχι το πλήρες έργο μου. Ένα μεγάλο κομμάτι που χρονολογούνταν από ακόμα νωρίτερα είχε θλιβερή κατάληξη ».

«Τί συνέβη;»

«Είναι παράξενη ιστορία. Είμαι σχεδόν σίγουρη πως δεν σου μίλησα γι’ αυτό στην προηγούμενη θεραπεία μας. Μια μέρα, όταν κόντευα τά δεκατέσσερα, οί γονείς μου και τ’ αδέλφια μου είχαν βγει, κι εγώ άρχισα να ψαχουλεύω τα συρτάρια της ντουλάπας στο υπνοδωμάτιο του πατέρα μου. Ήταν κάτι που το συνήθιζα. Δεν θυμάμαι τι έψαχνα, γενικά πάντως ήμουν άνθρωπος που ψαχούλευε τα πράγματα των άλλων. Εκείνη τη μέρα βρήκα δύο ποιήματα μου σ’ ένα συρτάρι όπου ο πατέρας μου έβαζε τα πουλόβερ του. Το χαρτί ήταν υγρό, σαν να είχαν πέσει πάνω του τα δάκρυά του. Εγώ δεν του είχα δώσει ποτέ τα ποιήματά μου και με εξόργισε το γεγονός ότι τα είχε πάρει. Πώς τα είχε βρεί; Μόνο ένας τρόπος υπήρχε: προφανώς είχε ψαχουλέψει εκείνος το δικό μου δωμάτιο όταν εγώ ήμουνα στο σχολείο και μου τα είχε κλέψει».

«Επομένως;»

«Ε, δεν μπορούσα να του μιλήσω ανοιχτά γι’αυτό, μπορούσα ; Θα έπρεπε να παραδεχτώ πως ψαχούλευα την ντουλάπα του. Οπότε μου έμενε μόνο ένας δρόμος ».

«Ποιος ήταν;»

«Έκαψα όλα τα ποιήματα πού είχα γράψει ως τότε ».

Άουτς! Ένιωσα κάτι σαν μαχαιριά στην καρδιά. Προσπάθησα να το κρύψω, αλλά τίποτα δεν της ξέφευγε.

«Έκανες μια γκριμάτσα όταν το είπα ».

«Έκαψες όλα τα ποιήματα που είχες γράψει ως τότε! Προσπαθώ να φανταστώ την εικόνα εκείνου του δεκατετράχρονου κοριτσιού ν’ ανάβει ένα σπίρτο και να βάζει φωτιά στα ποιήματά του. Πόσος πόνος και πόση φρίκη σ’ αυτή την ιδέα! Και πόση βία απέναντι στον εαυτό σου! Πες μου, Σάλλυ, το συμπονάς καθόλου εκείνο το δεκατετράχρονο κορίτσι;»

Η Σάλλυ έδειξε να συγκινείται. Τίναξε πίσω το κεφάλι και για μερικά δευτερόλεπτα κοίταξε το ταβάνι. «Χμμ. Αυτό τό ερώτημα δεν μ’ έχει απασχολήσει ως τώρα. Θα πρέπει να το σκεφτώ ».

«Ας το κρατήσουμε κι ας φροντίσουμε να επιστρέψουμε αργότερα σ’ αυτό. Είναι σημαντικό. Για τώρα όμως ας προχωρήσουμε περισσότερο στους λόγους που σε έφεραν εδώ».

Προσωπικά θα προτιμούσα χίλιες φορές να ξαναγύριζα σ’ εκείνη τη μυστηριώδη κλεισμένη κούτα που με τραβούσε σαν μαγνήτης, άλλα η ιστορία που μου είπε η Σάλλυ, ότι έκαψε τα γραπτά της όταν ο πατέρας της εισέβαλε στον ιδιωτικό της χώρο, με καθήλωσε. Το θέμα χρειαζόταν μεγάλη διακριτικότητα. Η Σάλλυ θα ξαναμιλούσε για την κούτα της, ήμουν βέβαιος γι’ αυτό, άλλα μόνο με τον δικό της ρυθμό, μόνο όταν θα ήταν εντελώς έτοιμη.

Τους επόμενους μήνες προετοιμάζαμε το έδαφος για τη νέα της ζωή. Χρειαζόταν πρώτα να συνηθίσει τη νέα συνθήκη ότι ήταν πια συνταξιούχος, μια πολύ σημαντική μετάβαση, συχνά τρομαχτική, που λίγοι την περνάνε ατάραχοι. Παρότι είχε απόλυτη επίγνωση των πολλών εμποδίων που είχε ν’ αντιμετωπίσει, η Σάλλυ ήταν γυναίκα αποφασισμένη και αποτελεσματική. Έφτιαξε έναν κατάλογο και διέγραφε τα ζητήματα που έλυνε το ένα μετά το άλλο.

Αρχικά έπρεπε να συμβιβαστεί με τη μη αναστρεψιμότητα της απόφασής της. Το πεδίο της φυσικής επιστήμης με το όποιο ασχολούνταν προχωρούσε με τέτοια ταχύτητα ώστε ή βάση των γνώσεών της πολύ σύντομα θα είχε ξεπεραστεί πλήρως, και η Σάλλυ ήξερε ότι στο μέλλον δεν θα είχε τη δυνατότητα να αλλάξει γνώμη και να ζητήσει να γυρίσει στη δουλειά της. Για να βεβαιωθεί ότι το εργαστήριό της θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς εκείνη, έβαλε μπρος πολύ προσεγμένη διοικητική αναδιοργάνωση, που θα διασφάλιζε την ομαλή μετάβαση.

Στη συνέχεια ασχολήθηκε με τη μοναξιά. Ο άντρας της είχε σκοπό να συνεχίσει να πετάει για άλλα πέντε χρόνια, και τις μισές μέρες έλειπε απ’ το σπίτι, η Σάλλυ όμως ήξερε ότι μπορούσε να βασίζεται στους πολυάριθμους φίλους της. Έπειτα υπήρχαν οι οικονομικές ανησυχίες. Με δική μου προτροπή, συμβουλεύτηκε μαζί με τον άντρα της έναν οικονομικό σύμβουλο, ο όποιος την ενημέρωσε ότι διέθεταν επαρκείς πόρους για να αποσυρθούν από την ενεργό δράση, με την προϋπόθεση ότι θα δίνουν λιγότερα χρήματα στα παιδιά τους. Έπειτα κανόνισαν μία συνάντηση με τους δύο γιους τους, οι οποίοι τους καθησύχασαν ότι μπορούν να συντηρηθούν με δικά τους έξοδα.

Το τελευταίο θέμα στον κατάλογο -πού θα γράφω;- βασάνισε αρκετά τη Σάλλυ, καί τρωγόταν για πολλές βδομάδες μ’ αυτό.
Για να γράψει καλά, χρειαζόταν απόλυτη ησυχία, απομόνωση και ανάπαυση κοντά στη φύση. Τελικά βρήκε και νοίκιασε κοντά στο σπίτι της μια σοφίτα που την αγκάλιαζαν τα κλαδιά μιας γιγάντιας βελανιδιάς.

Και μια μέρα, προς μεγάλη μου αναστάτωση, μπήκε στο γραφείο μου κουβαλώντας μια κούτα εβδομήντα επί εβδομήντα, τόσο βαριά που, μόλις την άφησε κάτω ανάμεσά μας, το πάτωμα τραντάχτηκε. Καθίσαμε σιωπηλοί και την κοιτούσαμε, ώσπου η Σάλλυ έβγαλε απ’ την τσάντα της ένα μεγάλο ψαλίδι, γονάτισε πλάι της, με κοίταξε και είπε: «Ήρθε η ώρα λοιπόν ».

Προσπάθησα να καθυστερήσω λίγο την αποκάλυψη. Τα μάτια της Σάλλυ είχαν κοκκινίσει, τα χείλη της έτρεμαν και τα χέρια της φαίνονταν ασταθή καθώς έπιαναν το ψαλίδι. « Θα ήθελα να μου πεις πρώτα πώς αισθάνεσαι. Φαίνεσαι πολύ πιεσμένη».

Ανακάθισε στις φτέρνες της και απάντησε:« Πριν και από την πρώτη φορά που σε συνάντησα, ήξερα πως θα ‘ρχόταν κάποτε αυτή ή μέρα. Γι’ αυτό ήρθα σ’ εσένα. Την έτρεμα αυτή τη στιγμή, πέρασα πολλές νύχτες σχεδόν άυπνη, χθες ιδίως. Αλλά σήμερα το πρωί που ξύπνησα κατάλαβα πως είχε έρθει ή ώρα ».

« Τι φανταζόσουν πώς θα συνέβαινε όταν θα την άνοιγες;» Της είχα ξανακάνει την ίδια ερώτηση πριν από κάποιο διάστημα, αλλά δεν μας είχε οδηγήσει πουθενά. Εκείνη την ημέρα όμως η Σάλλυ μίλησε ανοιχτά.

«Υπάρχουν πολλά σκοτεινά κεφάλαια στη ζωή μου, πολύ πιο μαύρα επεισόδια απ’ αυτά για τα όποια σου έχω μιλήσει, και μέσα σ’ αυτή την κούτα υπάρχουν πολλές σκοτεινές ιστορίες, που ίσως να τις ανέφερα στη θεραπεία μας με τρόπο πολύ έμμεσο. Φοβάμαι τη δύναμή τους, δεν θέλω να με απορροφήσουν και να με γυρίσουν πίσω σ’ εκείνη την περίοδο. Αυτό με τρομάζει πάρα πολύ. Εσύ το ξέρεις, απ’ έξω η οικογένειά μου φαινόταν μια χαρά, αλλά από μέσα… από μέσα υπήρχε πάρα πολύς πόνος ».

« Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ιστορία η ποίημα που φοβάσαι περισσότερο να το ξαναδείς;»

Η Σάλλυ σηκώθηκε απ’ το πάτωμα, άφησε το ψαλίδι και κάθισε στην πολυθρόνα. « Ναι, χθες ύλη νύχτα δεν μ’ άφησε να κοιμηθώ ένα διήγημα που έγραψα όταν πήγαινα στο κολέγιο. ” Διαδρομή με το λεωφορείο” νομίζω ότι το έλεγα, μιλούσε για μένα όταν ήμουνα δεκατριών χρόνων, μια περίοδο της ζωής μου πού ήμουνα τόσο δυστυχισμένη, που σκεφτόμουνα σοβαρά ν’ αυτοκτονήσω. Στο διήγημα, το όποιο είναι αληθινή ιστορία, παίρνω ένα λεωφορείο, κάνω τη διαδρομή ως το τέρμα της γραμμής και συνεχίζω να πηγαινοέρχομαι στην ίδια διαδρομή μπρός-πίσω για ώρες σκεπτόμενη πώς να βάλω τέρμα στη ζωή μου ».

«Πές μου κι άλλα για χθές τη νύχτα που δεν μπορούσες να κοιμηθείς ».

«Ήταν πολύ άσχημα. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά πού ένιωθα το κρεβάτι να τραντάζεται. Ένιωθα τρόμο γι’ αυτό το διήγημα και για το πώς είχα περάσει όλη εκείνη τη μέρα καθισμένη στο λεωφορείο με τη σκέψη στο πώς να αυτοκτονήσω. Θυμάμαι ότι δεν μπορούσα να βρω κανένα λόγο να συνεχίσω να ζω. Κι όλη νύχτα φανταζόμουν τον εαυτό μου ν’ ανοίγει την κούτα, να την ψαχουλεύει και να πέφτει πάνω σ’ αυτό το διήγημα».

« Τότε ήσουνα δεκατριών χρονών και τώρα μόλις έκλεισες τα εξήντα. Που σημαίνει πως από εκείνη τη διαδρομή με το λεωφορείο έχουν περάσει σαρανταεπτά χρόνια. Δεν είσαι πια εκείνο το δεκατριάχρονο κορίτσι. Έχεις μεγαλώσει πολύ από τότε. Είσαι παντρεμένη μ’ έναν άντρα που τον αγαπάς, μεγάλωσες δύο πολύ καλούς γιούς. Σ’ αρέσει πού είσαι ζωντανή και βρίσκεσαι εδώ σήμερα με σχέδιο να ακολουθήσεις την αληθινή σου κλίση. Έχεις προχωρήσει πάρα πολύ, Σάλλυ. Κι όμως ακόμα σε τρομάζει ή ιδέα ότι το παρελθόν θα σε ρουφήξει. Πώς, πότε άρχισες να πιστεύεις σ’ αυτό τον αλλόκοτο μύθο;»

«Πολύ καιρό τώρα. Γι’ αυτό σφράγισα την κούτα ». Ξανάπιασε το ψαλίδι. « Ίσως γι’ αυτό την έφερα σήμερα στο γραφείο σου»

Ύψωσα τα φρύδια μου και την κοίταξα με το πιο απορημένο μου ύφος. « Πώς το εννοείς;»

« Ίσως αν την ανοίξω μπροστά σου, εσύ να μπορέσεις να με κρατήσεις σ’ αυτόν τον κόσμο ».

«Είμαι καλός στο κράτημα ».

«Το υπόσχεσαι;»

Τη διαβεβαίωσα.

Και τότε η Σάλλυ γονάτισε ξανά στο πάτωμα, έκοψε μεθοδικά την ταινία -κάνοντας όσο λιγότερη ζημιά γινόταν σ’ αυτή τη λαθεμένη κούτα, συντροφιά με την οποία είχε ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της- και σήκωσε αργά αργά το κάλυμμα. Έπειτα κάθισε στην πολυθρόνα της και μείναμε κι οι δύο να κοιτάζουμε με δέος, σιωπηλοί, τις αιφνιδιασμένες χάρτινες στοίβες, το σκονισμένο λογοτεχνικό αρχείο της ζωής της. Έπιασε στην τύχη μία σελίδα και διάβασε από μέσα της ένα ποίημα.

« Λίγο πιο δυνατά, παρακαλώ ».

Με κοίταξε ανήσυχη. «Δεν έχω συνηθίσει να μοιράζομαι με άλλους αυτό το υλικό ».

«Υπάρχει καλύτερη στιγμή για να καταργήσεις μια κακή συνήθεια;»

Τα χέρια της έτρεμαν καθώς κοίταζε τη σελίδα. Καθάρισε δυό-τρεις φορές το λαιμό της . « Λοιπόν, αυτοί είναι οι πρώτοι στίχοι ενός ποιήματος που δεν το θυμάμαι καθόλου. Έχει χρονολογία 1980».

 

Ακολουθεί β’ μέρος

Μέρος Β’: https://www.lecturesbureau.gr/1/and-if-you-do-not-like-your-past-change-it-part-b-1632b/

 

 

IRVIN D. YALOM
ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ
ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ

 

Εικόνα Α: https://gr.pinterest.com/pin/341499584241661867/

Εικόνα Β: