Ο καθένας θα μπορούσε να διακρίνει στα μάτια της κάτι από την τρομάρα ενός φοβισμένου ζώου ή ενός χαμένου παιδιού (ROLLO MAY) | Μέρος Γ’

Ο καθένας θα μπορούσε να διακρίνει στα μάτια της κάτι από την τρομάρα ενός φοβισμένου ζώου ή ενός χαμένου παιδιού (ROLLO MAY) | Μέρος Γ’

Τις πρώτες τέσσερις χαρακτηριστικές αρχές μας τις μοιράζονται από κοινού τόσο ο υπάρχων άνθρωπος όσο και όλα τα έμβια όντα πρόκειται για βιολογικά επίπεδα στα οποία συμμετέχουν και τα ανθρώ πινα όντα. Η πέμπτη αρχή, τώρα, αναφέρεται σε ένα ξεχωριστό χαρακτηριστικό του ανθρώπου, την αυτοσυνειδησία. Η μοναδικά ανθρώπινη μορφή της συναίσθησης είναι η αυτοσυνειδησία. Δεν ταυτίζουμε την συναίσθηση με την αυτοσυνειδησία. Την συναίσθηση την συνδέουμε, όπως μας υπέδειξε λίγο πριν ο Λίντελ, με την επιφυλακή, σύνδεση που υποστηρίζεται από την ετυμολογία awareness: από την αγγλοσαξονική λέξη gewaehr, Waer, που σημαίνει γνώση των εξωτερικών κινδύνων και απειλών. Συμπαράγωγά της είναι τα beware (έχω τον νου μου) και Wary (επιφυλακτικός). Η συναίσθηση σίγουρα είναι αυτό που συμβαίνει κατά την νευρωσική αντίδραση ενός ατόμου μπροστά στην απειλή, κατά την εμπειρία της κυρίας Χάτσενς τις πρώτες ώρες, για παράδειγμα, ότι κι εγώ επίσης αποτελώ απειλή για εκείνη. Την συνειδητότητα, αντίθετα, την ορίζουμε όχι απλώς ως συναίσθηση της απειλής από τον κόσμο, αλλά ως την ικανότητά μου να γνωρίζω ότι ο εαυτός μου είναι εκείνος που απειλείται, ως εμπειρία εαυτού σαν υποκείμενο που διαθέτει ένα κόσμο. Η συνειδητότητα, όπως το θέτει ο Κουρτ Γκόλντσταϊν, είναι η ικανότητα του ανθρώπου να υπερβαίνει την άμεση και συγκεκριμένη κατάσταση και να ζή υπό όρους ενδεχομενικότητας αυτό βρίσκεται κάτω από την ικανότητα του ανθρώπου να χρησιμοποιεί αφαιρέσεις και καθολικεύσεις, να διαθέτει γλώσσα και σύμβολα. Η ικανότητα για συνειδητότητα βρίσκεται στο υπόβαθρο ενός ευρέος πεδίου δυνατοτήτων που έχει ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο του και συνιστά το θεμέλιο της ψυχολογικής ελευθερίας. Συνεπώς η ανθρώπινη ελευθερία έχει την οντολογική της βάση και πιστεύω ότι πρέπει να θεωρείται δεδομένη σε κάθε ψυχοθεραπεία.

 

Στο βιβλίο του The Phenomenon of Man (Το ανθρώπινο φαινόμενο), ο Πιέρ Τεγιάρ ντε Σαρντέν, όπως ήδη αναφέραμε, περιγράφει την συναίσθηση σε όλες τις μορφές της εξελικτικής ζωής. Αλλά στον άνθρωπο αναδύεται μια νέα λειτουργία – συγκεκριμένα η αυτοσυνειδησία. Ο Τεγιάρ ντε Σαρντέν αναλαμβάνει να δείξει κάτι που εγώ τουλάχιστον πίστευα ανέκαθεν, ότι δηλαδή, όταν εμφανίζεται μια καινούργια λειτουργία, τότε σύνολο το προηγούμενο σχήμα, το συνολικό Gestalt του οργανισμού, με ταβάλλεται. Από εκεί και πέρα ο οργανισμός μπορεί να γίνει κατανοητός μόνο με όρους της καινούργιας λειτουργίας. Με άλλα λόγια είναι μισή μόνο αλήθεια ότι ο οργανισμός κατανοείται με όρους των απλούστερων στοιχείων που βρίσκονται πιο κάτω από τον ίδιο στην εξελικτική κλίμακα αυτό είναι εξίσου αληθές με το ότι κάθε νέα λειτουργία σχηματίζει μια νέα πολυπλοκότητα, η οποία ρυθμίζει όλα τα απλούστερα στοιχεία στον οργανισμό. Υπ’ αυτή την έννοια, το απλό μπορεί να κατανοηθεί μόνο μέ τους όρους του περιπλοκότερου. Αυτό ακριβώς κάνει ή αυτοσυνειδησία στον άνθρωπο. Όλες οι απλούστερες βιολογικές λειτουργίες πρέπει τώρα να κατανοηθούν με όρους της νέας λειτουργίας. Φυσικά κανείς δεν αρνείται, ούτε για μια στιγμή, τις παλιές λειτουργίες ή οποιοδήποτε βιολογικό στοιχείο μοιράζεται ο άνθρωπος με τους λιγότερο πολύπλοκους οργανισμούς. Πάρτε για παράδειγμα την σεξουαλικότητα, την οποία προφανώς μοιραζόμαστε με όλα τα θηλαστικά. Όμως, δεδομένης της αυτοσυνειδησίας, το σεξ γίνεται ένα καινούργιο Gestalt, όπως αποδεικνύεται συνεχώς στις ψυχοθεραπείες. Οι σεξουαλικές ορμές καθορίζονται πλέον από το πρόσωπο του συντρόφου αυτό που σκεφτόμαστε για τον άλλον ή την άλλη, είτε ανήκει στην πραγματικότητα είτε στην φαντασία ή ακόμα και στην απωθημένη φαντασία, δεν μπορεί ποτέ να αγνοηθεί. Το γεγονός ότι το υποκειμενικό πρόσωπο του άλλου, με τον οποίο συνδεόμαστε σεξουαλικά, παίζει ελάχιστο ρόλο στην νευρωσική σεξουαλικότητα, όπως π.χ. στην ψυχαναγκαστική σεξουαλικότητα ή στην πορνεία, απλώς ισχυροποιεί αυτή την θέση ακόμα περισσότερο αυτό ακριβώς είναι που απαιτεί το μπλοκάρισμα, τον αποκλεισμό, την στρέβλωση της αυτοσυνειδησίας. Έτσι, όταν μιλάμε για την σεξουαλικότητα με όρους σεξουαλικών αντικειμένων, όπως έκανε ο Κίνσεϋ, μπορεί να οδηγούμαστε σε ενδιαφέρουσες και χρήσιμες στατιστικές όμως, απλούστατα, δεν μιλάμε για την ανθρώπινη σεξουαλικότητα.

Εννοείται πως τίποτε από όσα λέω εδώ δεν πρέπει να ληφθεί ως αντίθετο προς την βιολογία, ούτε κατ’ ελάχιστον τουναντίον, πιστεύω ότι μόνο μέσα από αυτή την προσέγγιση μπορούμε να κατανοήσουμε την ανθρώπινη βιολογία, χωρίς να την δια στρεβλώνεται. Όπως το έθεσε ωμά ο Κίρκεγκαρντ, φυσικός νόμος εξακολουθεί να ίσχύει όπως πάντα». Εκφράζω μόνο την διαφωνία μου προς την άκριτη αποδοχή της υπόθεσης ότι ένας οργανισμός μπορεί να κατανοηθεί αποκλειστικά με όρους των στοιχείων που βρίσκονται κάτω από αυτόν στην κλίμακα της εξέλιξης, μια υπόθεση που μας οδήγησε στο να παραβλέψουμε την αυταπόδεικτη αλήθεια ότι αυτό που κάνει ένα άλογο να είναι άλογο δεν είναι τα στοιχεία που μοιράζεται με τους οργανα σμούς που βρίσκονται πιο κάτω από αυτό, αλλά εκείνο που συνιστά ξεκάθαρα την «άλογότητα». Τώρα, στην νεύρωση ασχολούμαστε με εκείνα τα χαρακτηριστικά και τις λειτουργίες που ανήκουν συγκεκριμένα στον άνθρωπο. Είναι εκείνα που έχουν στραβώσει στους διαταραγμένους ασθενείς μας. Η συνθήκη γι’ αυτές τις λειτουργίες είναι η αυτοσυνειδησία – κάτι που συμβαδίζει με την σωστή ανακάλυψη του Φρόυντ ότι το πρότυπο της νεύρωσης χαρακτηρίζεται από καταπίεση και αποκλεισμό της συνειδητότητας. Καθήκον του θεραπευτή είναι όχι μόνο να βοηθήσει τον ασθενή να αποκτήσει συναίσθημα, αλλά κάτι ακόμα πιο σημαντικό να τον βοηθήσει να μεταστοιχειώσει αυτή την συναίσθηση σε συνειδητότητα. Η συναίσθηση είναι η επίγνωση πως κάτι απ’ έξω τον απειλεί μέσα στον κόσμο του- συνθήκη που μπορεί, όπως στην παράνοια και στα νευ ρωσικά της ισοδύναμα, να συσχετίζεται με μεγάλη δόση εκδραμάτισης. Αλλά η αυτοσυνειδησία φέρνει αυτή την συναίσθηση σε ένα εντελώς διαφορε τικό επίπεδο: να αντιληφθεί ο ασθενής ότι αυτός είναι που απειλείται, ότι αυτός είναι η ύπαρξη που βρίσκεται μέσα στον απειλητικό κόσμο, ότι αυτός είναι το υποκείμενο που έχει έναν κόσμο. Και αυτό του δίνει την δυνατότητα της εν-όρασης, της «ενσυναίσθησης», να δει τον κόσμο και τα προβλήματά του σε σχέση με τον εαυτό του. Οπότε έτσι του δίνει την δυνατότητα να κάνει κάτι γι’ αυτά τα προβλήματα.

 

Για να ξαναγυρίσουμε στην επί μακρόν σιωπηλή ασθενή μας, ύστερα από κάπου είκοσι πέντε ώρες θεραπείας η κυρία Χάτσενς είδε το εξής όνειρο: έψαχνε, σε ένα ημιτελές οίκημα κάποιου αεροδρομίου το ένα δωμάτιο μετά το άλλο για ένα μωρό. Πίστευε ότι το μωρό ανήκε σε κάποιαν άλλη, αλλά αυτό το άλλο πρόσωπο ίσως την άφηνε να το δανειστεί. Τώρα είχε την εντύπωση ότι είχε βάλει το μωρό σε μια τσέπη της ρόμπας της (ή ίσως της ρόμπας της μητέρας της) και την είχε κυριεύσει το άγχος ότι θα το είχε λιώσει. Προς μεγάλη της χαρά, διαπίστωσε ότι το μωρό ήταν ακόμα ζωντανό. Και αμέσως της ήρθε μια παράξενη σκέψη: “Θα το σκοτώσω;”.

Το οίκημα ήταν στο αεροδρόμιο, στο οποίο εκείνη, γύρω στα είκοσί της, είχε μάθει να πιλοτάρει μόνη της, κάτι που αποτελούν μια σημαντική πράξη επιβεβαίωσης και ανεξαρτησίας από τους γονείς. Το μωρό συνδεόταν με τον μικρότερο γιο της, με τον οποίο ταυτιζόταν τακτικά. Επιτρέψτε μου να παραλείψω τα επαρκέστατα συνειρμικά στοιχεία που έπεισαν τόσο την ίδια όσο κι εμένα ότι το μωρό αντιπροσώπευε για εκείνη. Το όνειρο είναι μια έκφραση της εμφάνισης και της ανάπτυξης της αυτοσυνείδησης, μιας συνειδητότητας για την οποία δεν είναι ακόμα σίγουρη ότι είναι δική της και που μέσα στο όνειρό της σκέφτεται το ενδεχόμενο να την σκοτώσει.

 

Έξι περίπου χρόνια πριν την θεραπεία της, η κυρία Χάτσενς είχε απαρνηθεί τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των γονιών της, με τους οποίους βρισκόταν σε μια ιδιαίτερα εξουσιαστική σχέση. Στην συνέχεια έγινε μέλος της εκκλησίας της δικής της πίστης. Όμως αυτό δεν τόλμησε ποτέ να το πει στους γονείς της. Τουναντίον, όποτε έρχονταν να την επισκεφτούν, εκείνη πήγαινε μαζί τους στην εκκλησία τους, βιώνοντας μια τρομερή ένταση από τον φόβο μήπως κάποιο από τα παιδιά της αποκαλύψει το μυστικό της. Έπειτα από τριάντα πέντε συνεδρίες, όταν είχε αρχίσει να σκέφτεται σοβαρά να γράψει στους γονείς της και να τους πει για την αλλαγή της πίστης της, πέρασε μια περίοδο δύο εβδομάδων με ημιλιποθυμικά επεισόδια στο γραφείο μου. Ξαφνικά καταλαμβανόταν από έντονη αδυναμία, το  πρόσωπό της πάνιαζε, ένιωθε να αδειάζει και να “νερουλιάζει μέσα της” και χρειαζόταν να ξαπλώσει στον καναπέ μου για λίγο. Εκ των υστέρων ονόμα σε αυτή την περίοδο “απεγνωσμένη προσπάθεια για λήθη”.

 

Μετά από αυτή την περίοδο έγραψε στους γονείς της, πληροφορώντας τους μια για πάντα για την αλλαγή στην πίστη της και διαβεβαιώνοντάς τους ότι δεν θα κέρδιζαν τίποτα αν προσπαθούσαν να της επιβληθούν. Στην επόμενη συνεδρία με ρώτησε με πολύ άγχος κατά πόσον πίστευα ότι θα κατέληγε ψυχωσική. Της απάντησα ότι, ενώ ο οποιοσδήποτε άνθρωπος θα μπορούσε κάποια στιγμή να έχει ένα τέτοιο ψυχωσικό επεισόδιο, δεν διέκρινα κάποιον παραπάνω λόγο να συμβεί σε εκείνη από όσο σε οποιονδήποτε άλλον. Και την ρώτησα κατά πόσον ο φόβος της ότι θα γίνει ψυχωσική δεν ήταν μάλλον άγχος που πήγαζε από το ότι αντιμετωπίζει επιτέλους τους γονείς της , καθώς το να είναι ο εαυτός της το ένιωθε ισοδύναμο του να τρελαίνεται. Σημειωτέον ότι έχω προσέξει αρκετές φορές πς το άγχος του να είναι κανείς ο εαυτός του βιώνεται από τον ασθενή ως ισοδύναμο της ψύχωσης. Κάτι που δεν είναι παράξενο, αφού η συνειδητοποίηση από κά ποιον των επιθυμιών του και η επιβεβαίωσή τους περιλαμβάνει την αποδοχή της αυθεντικότητας και της μοναδικότητάς του και συνεπάγεται την ετοιμότητά του όχι μόνο να απομακρυνθεί από τις γονεϊκές μορφές, από τις οποίες εξαρτιόταν, αλλά και την ίδια στιγμή να σταθεί μόνος μέσα σε ολόκληρο το ψυχικό σύμπαν του.

 

Βλέπουμε τις βαθειές συγκρούσεις της ανάδυσης της αυτοσυνειδησίας με τρεις εναργείς τρόπους στην περίπτωση της κυρίας Χάτσενς, της οποίας το κυ. κυρίαρχο σύμπτωμα, κατά πολύ ενδιαφέροντα τρόπο, ήταν η άρνηση της μοναδικής στον άνθρωπο ικανότητας που βασίζεται στην συνειδητότητα – πιο συγκεκριμένα: 1) ο πειρασμός να σκοτώσει το μωρό, 2) η «σανίδα σωτηρίας» της λήθης μέσω της λιποθυμίας, σαν να έλεγε «αν δεν είχα συνείδηση των πράξεών μου, θα ξέφευγα από το τρομερό πρόβλημα το να μιλήσω στους γονείς μου», και 3) το άγχος της ψύχωσης.

 

 

Ακολουθεί δ’ μέρος

 

 

Μέρος Α’: https://www.lecturesbureau.gr/1/2297a/

Μέρος Β’: https://www.lecturesbureau.gr/1/2296b/

 

ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ

 

&

 

ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

 

ROLLO MAY

 

Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ

 

 



Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram