Ο καθένας θα μπορούσε να διακρίνει στα μάτια της κάτι από την τρομάρα ενός φοβισμένου ζώου ή ενός χαμένου παιδιού (ROLLO MAY) | Μέρος Α’

Ο καθένας θα μπορούσε να διακρίνει στα μάτια της κάτι από την τρομάρα ενός φοβισμένου ζώου ή ενός χαμένου παιδιού (ROLLO MAY) | Μέρος Α’

Η περίπτωση της κυρίας Χάτσενς

Ως ενεργός θεραπευτής και δάσκαλος θεραπευτών, έχω μείνει κατάπληκτος από το πόσο συχνά η προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τον ασθενή μέσω των μηχανισμών με τους οποίους εκδηλώνεται η συμπεριφορά του μπλοκάρει την κατανόηση του τι πραγματικά συμβαίνει.

Μία ασθενής, η κυρία Χάτσενς -στην οποία θα επικεντρώσω κάποιες από τις παρατηρήσεις μου- έρχεται στο γραφείο μου για πρώτη φορά. Μια γυναίκα των προαστείων γύρω στα τριανταπέντε, που προσπαθεί να κρατάει μια έκφραση αξιοπρέπειας και εκζήτησης. Αλλά ο καθένας  θα μπορούσε να διακρίνει στα μάτια της κάτι από την τρομάρα ενός φοβισμένου ζώου ή ενός χαμένου παιδιού. Ξέρω από όσα μου έχουν ήδη μεταφέρει οι νευρολόγοι που την παρακολουθούν- ότι το τρέχον πρόβλημά της είναι μια υστερική ένταση στον λάρυγγα, εξαιτίας της οποίας η ομιλία της έχει ένα ασταμάτητο βράχνιασμα. Η διαγνωστική υπόθεση που μου έδωσαν τα τεστ Rorschach ήταν πως σε όλη της την ζωή ένιωθε ότι: «αν πω αυτό που πραγματικά αισθάνομαι θα με απορρίψουν οπότε, υπ’ αυτές τις συνθήκες, καλύτερα να μη μιλάω καθόλου». Κατά την διάρκεια αυτής της πρώτης ώρας, επίσης, παίρνω κάποιες ενδείξεις για την γενεσιουργό αιτία του προβλήματός της, καθώς μου αφηγείται την σχέση που έχει με την εξουσιαστική μητέρα της και την γιαγιά της και μου λέει πως έμαθε να φυλάει σθεναρά οποιοδήποτε μυστικό. Όμως, αν, όση ώρα που κάθομαι εδώ, απασχολούν τις σκέψεις μου κυρίως αυτά τα πώς και τα γιατί της γέννησης του προβλήματος, θα πιάσω όλα τα άλλα,  εκτός από το σημαντικότερο (και μάλιστα την μόνη πραγματική πηγή δεδομένων που διαθέτω): συγκεκριμένα, αυτό εδώ το πρόσωπο, που τώρα υπάρχει, που γίνεται, που προβάλλει – αυτή την ζώσα ανθρώπινη ύπαρξη που βρίσκεται άμεσα μπροστά μου, στο δωμάτιο.

 

Έχουν γίνει σ’ αυτήν εδώ την χώρα διάφορες προσπάθειες να συστηματοποιηθεί η ψυχαναλυτική θεωρία με όρους δυνάμεων, δυναμικών και ενεργειών. Η προσέγγιση, όμως, που προτείνω είναι διαμετρικά αντίθετη. Θέση μου είναι ότι η επιστήμη μας θα πρέπει να σχετίζεται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτού που θέλουμε να μελετήσουμε, εν προκειμένω της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν αρνούμαι τα δυναμικά και τις δυνάμεις -κάτι τέτοιο θα ήταν ανόητο- αλλά ισχυρίζομαι ότι έχουν νόημα μόνον στο πλαίσιο του υπαρκτού, ζώντος προσώπου, με άλλα λόγια στο οντολογικό πλαίσιο,

Προτείνω, συνεπώς, να εξετάζουμε το μόνο πραγματικό δεδομένο που έχουμε στην θεραπευτική διαδικασία, με άλλα λόγια το υπάρχον πρόσωπο που κάθεται στο γραφείο μαζί με τον θεραπευτή. (Ο όρος «υπάρχον πρόσωπο» είναι δικός μου και είναι ισοδύναμος με τον γερμανικό Dasein, που μεταφράζεται κυριολεκτικά ως το παρά-όν.) Προσέξτε ότι δεν λέω απλά άτομο ή «πρόσωπο»· αν θεωρήσετε τα άτομα μονάδες ενός συνόλου, με στόχο την στατιστική πρόγνωση -μια ασφαλώς θεμιτή χρήση της επιστημονικής ψυχολογίας- εξ ορισμού αφήνετε έξω από την εικόνα ακριβώς εκείνα τα χαρακτηριστικά που κάνουν το συγκεκριμένο άτομο υπαρκτό πρόσωπο. Ή, όταν τον (ή τήν) θεωρήσετε μια σύνθεση παρορμήσεων και ντετερμινιστική δυνάμεων, ορίζετε ως αντικείμενο μελέτης οτιδήποτε άλλο εκτός από εκείνον που έχει τις εμπειρίες, οτιδήποτε άλλο εκτός από το ίδιο το υπάρχον πρόσωπο. Η θεραπεία είναι μια δραστηριότητα, κατά την οποία δεν μπορούμε παρά να εκλαμβάνουμε το υποκείμενο ως υπαρκτό πρόσωπο.

Aς θέσουμε, λοιπόν, το ερώτημα: Ποιά είναι τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που συγκροτούν αυτόν τον ασθενή ως υπαρκτό πρόσωπο μέσα στον χώρο του γραφείου. Επιτρέψτε μου να προτείνω έξι χαρακτηριστικά, που βρίσκω στην δουλειά μου ως ψυχοθεραπευτού, τα οποία θα ονομάσω αρχές. Μολονότι αυτές οι αρχές είναι προϊόντα πολλής σκέψης και εμπειρίας από πολλές περιπτώσεις, θα τις παρουσιάσω εδώ με επεισόδια από την περίπτωση της κυρίας Χάτσενς.

Πρώτα απ’ όλα, η κυρία Χάτσενς, όπως κάθε  υπαρκτό πρόσωπο, έχει κέντρο τον εαυτό της, οπότε μια επίθεση προς αυτό το κέντρο είναι επίθεση προς την ίδια την ύπαρξή της. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που το μοιραζόμαστε με όλα τα ζωντανά όντα. Στα ζώα και τα φυτά είναι αυτονόητο. Ποτέ δεν παύω να θαυμάζω πως, κάθε φορά που κόβουμε την κορυφή ενός πεύκου στο αγρόκτημά μας στο Νιού Χαμσάιρ, το δέντρο στέλνει προς τα πάνω ένα καινούργιο κλωνάρι, Κύριος οίδε από πού, για να γίνει ένα νέο κέντρο. Αλλά αυτή η αρχή έχει ιδιαίτερη ισχύ στα ανθρώπινα όντα και αποτελεί βάση κατανόησης της ασθένειας και της υγείας, της νεύρωσης και της πνευματικής ύγείας .
Η νεύρωση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως παρέκκλιση από τις συγκεκριμένες θεωρίες μας για το τι πρέπει να είναι ένα πρόσωπο. Δεν είναι η νεύρωση ακριβώς η μέθοδος που χρησιμοποιεί το άτομο προκειμένου να διατηρήσει το κέντρο του, την ίδια την ύπαρξή του; Τα συμπτώματά του είναι τρόποι με τους οποίους συρρικνώνει την έκταση του κόσμου του (πράγμα που φαίνεται τόσο παραστατικά στην αδυναμία της κυρίας Χάτσενς να επιτρέψει στον εαυτό της να μιλήσει), έτσι ώστε το κεντρικό σημείο της ύπαρξής του να προστατευτεί από κάποια απειλή. Ένας τρόπος να κλείσει απ’ έξω κάποιες όψεις του περιβάλλοντος, ώστε να τα καταφέρει να αντιμετωπίσει τις υπόλοιπες. Η κυρία Χάτσενς είχε πάει σε κάποιον άλλο θεραπευτή για έξι συνεδρίες ένα μήνα πριν έρθει σε μένα. Εκείνος της είπε, σε μια εμφανώς απερίσκεπτη προσπάθεια να την καθησυχάσει, ότι ήταν πολύ καθώς πρέπει, πολύ σφιγμένη. Εκείνη αναστατώθηκε πολύ και αμέσως σταμάτησε την θεραπεία. Βέβαια, από τεχνικής πλευράς ο θεραπευτής είχε απόλυτο δίκιο.  Από υπαρξιακή σκοπιά έσφαλλε απολύτως. Αυτό που δεν μπόρεσε να δεί, κατά την γνώμη μου, ήταν ότι αυτός ο καθωσπρεπισμός , αυτός ο υπερβολικός αυτοέλεγχος, όχι μόνο δεν ήταν πράγματα που θα ήθελε να ξεπεράσει η κυρία Χάτσενς, αλλά ήταν και μέρος της εγνωσμένης προσπάθειάς της να διατηρήσει το όποιο επισφαλές κέντρο διέθετε. Ακριβώς σαν να έλεγε, «Αν ανοιγόμουν, αν επικοινωνούσα, θα έχανα και τον λίγο χώρο που έχω στην ζωή».

Βλέπουμε εδώ, παρεμπιπτόντως, πόσο ανεπαρκής είναι ο ορισμός της νεύρωσης ως αποτυχημένης προσαρμογής. Η νεύρωση είναι ακριβώς προσαρμογή και αυτό είναι και το πρόβλημά της. Πρόκειται για μιαν απαραίτητη προσαρμογή, μέσω της οποίας μπορεί να διατηρηθεί το κέντρο, έναν τρόπο για να αποδεχθεί το άτομο την μη ύπαρξη, προκειμένου να υπάρξει η πιθανότητα να διατηρήσει ένα ελάχιστο κομμάτι ύπαρξης. Και στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για θείο δώρο όταν θραύεται αυτή η προσαρμογή.

Αυτό είναι το μόνο που μπορούμε να θεωρήσουμε με δεδομένο για την κυρία Χάτσενς, ή μάλλον για περίπου οποιονδήποτε ασθενή, την στιγμή που περνάει την πόρτα μας: ότι και εκείνη, όπως όλα τα έμβια όντα, έχει ανάγκη ενός κέντρου και ότι αυτό το κέντρο έχει διαρραγεί. Με το κόστος μιάς καθόλου ευκαταφρόνητης όχλησης. Έκανε κάποια βήματα – εν προκειμένω ήρθε να ζητήσει βοήθεια. Οπότε, ή δεύτερη αρχή μας είναι: κάθε υπάρχον πρόσωπο έχει το χαρακτηριστικό της αυτοεπιβεβαίωσης, της ανάγκης να διατηρήσει το κέντρο του. Το ιδιαίτερο όνομα που δίνουμε σ’ αυτή την αυτοεπιβεβαίωση στα ανθρώπινα όντα είναι «θάρρος». Το γραπτό του Πάουλ Τίλλια σχετικά με το θάρρος του υπάρχειν είναι πολύ πειστικό και γόνιμο για την ψυχοθεραπεία ως προς αυτό το σημείο. Επιμένει ότι το είναι του ανθρώπου δεν δίνεται αυτομάτως, αλλά εξαρτάται από το θάρρος του ατόμου, και ότι χωρίς θάρρος το άτομο χάνει το είναι του. Αυτό κάνει το θάρρος μια αναγκαία οντολογική επαγωγή. Βάσει αυτού, ως θεραπευτής δίνω μεγάλη σημασία στις εκφράσεις των ασθενών που έχουν να κάνουν με θέληση, αποφάσεις και επιλογή. Ποτέ δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να μου ξεφύγουν κάποια μικρά σχόλια που ενδεχομένως κάνει ο ασθενής, όπως «ίσως να μπορώ», «ίσως να μπορέσω να προσπαθήσω» και άλλα παρόμοια, χωρίς να βεβαιωθώ ότι ξέρει ότι τον άκουσα. Αυτό που λέγεται, ότι η επιθυμία παράγει την θέληση, είναι μόνο μισή αλήθεια εγώ τονίζω περισσότερο την αλήθεια ότι η επιθυμία δεν θα μπορέσει ποτέ να εκδηλωθεί με όλη της την δυναμική, παρά μόνο μαζί με την θέληση.

 

Ακολουθεί β’ μέρος

 

ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ

&

ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

ROLLO MAY

Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ

 



Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram