28 Μάι Αυτοί οι τσιγκούνηδες έχουν τα δικά τους μαθηματικά… (OSHO)
Όποτε δίνεις, παίρνει υπόσταση μέσα σου κάτι καινούργιο. Η οντότητά σου ανανεώνεται μέσα από αυτό. Έτσι, γίνεσαι συνεχώς νέος.
Εκείνος που δεν δίνει, είναι πάντοτε γέρος, νεκρός, μουχλιασμένος.
Ο δάσκαλος λέει: “Εκείνος που δίνει πρέπει να είναι ευγνώμων. Εσύ θα έπρεπε να με ευγνωμονείς, που δέχτηκα ένα πράγμα σαν το χρήμα. Εσύ θα έπρεπε να είσαι ευγνώμων, επειδή το χρήμα δεν σημαίνει για μένα τίποτα”.
Μπορεί να είναι αναγκαίο μέσα στον κόσμο, επειδή και ο δάσκαλος πρέπει επίσης να ζήσει μέσα στον κόσμο, μπορεί να είναι το μέσο συναλλαγής μέσα σ’ αυτό τον τρελό κόσμο, επειδή ο δάσκαλος πρέπει να ζήσει μέσα σ’ αυτό τον τρελό κόσμο, μα αυτό δεν είναι τίποτα. Είναι απλώς ένα μέσο, μια κοινή συμφωνία, ώστε να μπορούμε να ανταλλάσσουμε πράγματα.
Η κοινωνία μπορεί να ζήσει χωρίς το χρήμα. Για χιλιάδες χρόνια, η κοινωνία έζησε χωρίς το χρήμα. Και αργά ή γρήγορα θα έρθει η μέρα που η κοινωνία θα ζει και πάλι χωρίς το χρήμα, επειδή το να ζεις μέσα από το χρήμα είναι τόσο φορτικό και τόσο άχρηστο και τόσο αχρείαστο.
Οι δάσκαλοι πάντοτε το γνώριζαν, ότι αυτό είναι απλώς ένα επινόημα της αγοράς, ο δάσκαλος όμως πρέπει να ζήσει μαζί σου.
Αν πας σε ένα τρελοκομείο, είναι προτιμότερο να κάνεις κι εσύ τον τρελό, αλλιώς θα βρεθείς σε μπελάδες. Αν προσπαθήσεις να αποδείξεις ότι εσύ είσαι υγιής, οι τρελοί θα σε σκοτώσουν. Αυτό έκαναν με τον Ιησού, αυτό έκαναν με τον Σωκράτη, αυτό έκαναν με τον Μανσούρ. Εκείνοι ήταν πολύ αθώοι άνθρωποι. Προσπάθησαν να ζήσουν στο τρελοκομείο, έτσι όπως ήταν – όχι τρελοί.
Εκείνοι ήταν αθώοι, δεν ήξεραν όμως ότι ο κανόνας στο τρελοκομείο είναι: Ακόμα κι αν δεν είσαι τρελός, κάνε τον τρελό, επειδή η τρέλα είναι το νόμισμα που ισχύει εκεί, αυτή είναι η νομισματική μονάδα. Μην είσαι παρείσακτος μέσα στο τρελοκομείο, αλλιώς οι τρελοί θα μαζευτούν όλοι μαζί και θα σε σκοτώσουν. Αν πεις ότι εσύ δεν είσαι τρελός, αυτό σημαίνει ότι προσπαθείς να τους πεις: “εσείς είστε τρελοί”. Κι αυτό δεν μπορούν να το αντέξουν.
Ο φωτισμένος άνθρωπος πρέπει επίσης να ζήσει μέσα στον κόσμο, μαζί σου. Πρέπει να χρησιμοποιήσει τις δικές σου τεχνικές, τα δικά σου κόλπα.
Συνέβη κάποτε: Βρέθηκε ότι στην Ιαπωνία, συλλάμβαναν συνεχώς ένα φωτισμένο άνθρωπο. Άλλοτε έκλεβε, άλλοτε έκανε κάτι άλλο – μικρά αδικήματα. Έκλεβε μικροποσά και τότε τον έστελναν φυλακή.
Και ήταν ένας φωτισμένος άνθρωπος! Είχε μπει είκοσι έξι φορές στη φυλακή, οι μαθητές του όμως τον γνώριζαν. Την τελευταία φορά που βγήκε από τη φυλακή, ήταν εβδομήντα οκτώ ετών και οι μαθητές είπαν: “Αυτή ήταν η τελευταία φορά!”
Κι εκείνος είπε “Και ποιος θα μπαίνει στη φυλακή και θα προσπαθεί να κάνεις αυτούς τους φυλακισμένους, αυτούς τους δεσμοφύλακες, διαλογιστές; Ποιος θα μπαίνει εκεί; Πρέπει να κλέβω, γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να πλησιάσω αυτούς τους ανθρώπους. Και για μένα δεν είναι τίποτα. Είναι όμως ο μόνος τρόπος για να μπορέσω να μπω εκεί μέσα, αλλιώς δεν θα μου το επιτρέψουν. Αυτό είναι το μόνο νόμισμα που γίνεται δεκτό”.
Ένας φωτισμένος άνθρωπος πρέπει να ζήσει μαζί σας, φυλακισμένοι!
Αν όμως είσαι έτοιμος να καταλάβεις αυτή τη νεύρωση του χρήματος και την έκσταση της αγάπης, τότε θα είσαι σε θέση να καταλάβεις αυτό: Εκείνος που δίνει πρέπει να είναι ευγνώμων. Δώσε και να είσαι ευγνώμων, επειδή ο άλλος μπορούσε να έχει αρνηθεί.
Συνέβη: Ήρθε ένας άνθρωπος με πεντακόσια χρυσά νομίσματα.
Αυτοί οι τσιγκούνηδες έχουν τα δικά τους μαθηματικά.
Το πεντακόσια φαίνεται πως είναι το ανώτερο, το όριο. Δεν μπορούν να πάνε πέρα από αυτό.
Ήρθε στον Ραμακρίσνα. Ο Ραμακρίσνα ήταν ακόμα πιο επικίνδυνος. Δεν είπε απλώς “εντάξει, θα τα πάρω”, αλλά συμπεριφέρθηκε με ακόμα μεγαλύτερη αγένεια. Είπε: “Καλά λοιπόν, πήγαινε στον Γάγγη και πέταξέ τα όλα”.
Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, επειδή ο Ραμακρίσνα του είχε πει να το κάνει, οπότε φοβήθηκε. Του ήταν αδύνατο να πάει στο Γάγγη και να πετάξει πεντακόσια χρυσά νομίσματα. Όταν όμως το λέει ο Ραμακρίσνα… Εξακολουθούσε να διστάζει. Ο Ραμακρίσνα είπε: “Γιατί διστάζεις; Δεν έδωσες τα χρήματα σε μένα; Τώρα είναι δικά μου, πήγαινε λοιπόν και πέταξέ τα στον Γάγγη, επειδή εγώ δεν τα χρειάζομαι, ενώ ο Γάγγης τα χρειάζεται”.
Έτσι, ο άνθρωπος πήγε, πολύ αργά ασφαλώς, αλλά δεν επέστρεψε.
Πέρασε μια ώρα, πέρασαν δύο ώρες και ο Ραμακρισνα έστειλε μερικούς μαθητές να δουν τι συνέβη στον άνθρωπο. Μήπως είχε πνιγεί για να σώσει τα χρήματα; Οι τσιγκούνηδες τα κάνουν αυτά. Έτσι, οι μαθητές πήγαν να δουν τι έκανε. Είχε μαζευτεί πολύς κόσμος κι ο άνθρωπος έδινε ολόκληρη παράσταση. Έβγαζε ένα – ένα τα νομίσματα, τα έριχνε πάνω σε μια πέτρα, αυτά έκαναν έναν ήχο… κλονγκ… κι ύστερα τα πετούσε μέσα στον Γάγγη. Είχαν μαζευτεί πολλοί άνθρωποι εκεί και κάθε φορά που έβγαζε ένα νόμισμα, εκείνοι μετρούσαν: “εκατόν ένα, εκατό δύο, εκατό τρία…”
Έτσι οι μαθητές το ανέφεραν: “Αυτός ο άνθρωπος είναι επιδειξίας. Έχει μαζέψει μεγάλο πλήθος και πετάει ένα – ένα τα νομίσματα και κάνει το όλο πράγμα πολύ αργά”.
Έτσι, ο Ραμακρίσνα πήγε, χαστούκισε τον άνθρωπο και είπε: “Όταν κανείς συσσωρεύει, χρειάζεται το μέτρημα, όταν όμως κανείς απαρνιέται… Τι κάνεις; Όταν κανείς πρέπει να πετάξει τα νομίσματα, μπορεί να πετάξει ολόκληρη τη σακούλα!”
Οι άνθρωποι όμως απαρνιούνται κι εξακολουθούν να μετρούν.
Στην πραγματικότητα, δεν έχουν απαρνηθεί. Εκείνοι που δίνουν πρέπει να είναι ευγνώμονες. Δίνε και να είσαι ευγνώμων.
ΟΥΤΕ ΝΕΡΟ ΟΥΤΕ ΦΕΓΓΑΡΙ
OSHO
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΕΜΠΕΛ