LEONARDO DA VINCI (ELIZABETH LUNDAY)

LEONARDO DA VINCI (ELIZABETH LUNDAY)

Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι άφησε ελάχιστους πίνακες – λιγότερους από είκοσι, από τους οποίους μερικοί έχουν πάθει ζημιές ή είναι ημιτελείς. Τα γλυπτά του έμειναν ημιτελή ή καταστράφηκαν. Έχουμε όμως άφθονα σημειωματάρια -κάπου 13.000 σελίδες- και οι ειδικοί πιστεύουν ότι πολλές ακόμη σημειώσεις έχουν χαθεί. Αλλά και με τόσο λίγα έργα, ο Λεονάρντο αναγνωρίζεται ως ένας από τους μεγάλους καλλιτέχνες στον κόσμο. Θεωρείται ο απόλυτος αναγεννησιακός άνθρωπος μολονότι οι περισσότεροι γνωρίζουν μόνο ένα έργο του.

Ο μύθος του Λεονάρντο στηρίζεται στη Μόνα Λίζα, απλά πορτρέτο μιας γυναίκας σ’ένα μπαλκόνι. Τα πλήθη των τουριστών που συρρέουν στο Λούβρο κάθε χρόνο -γύρω στα 8,3 εκ. το 2006- για να ατενίσουν το μυστηριώδες αυτό έργο δέχονται χωρίς αμφιβολία ότι είναι ο καλύτερος πίνακας κι ότι ο Λεονάρντο ήταν ο μεγαλύτερος των καλλιτεχνών.

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ
Ο Λεονάρντο γεννήθηκε στις 15 Απριλίου 1452 στην κωμόπολη Βίντσι, στους λόφους της Τοσκάνης. Το ειδυλλιακό τοπίο δεν κατόπτριζε την οικογενειακή του κατάσταση: νόθος γιος γονέων από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, ο Λεονάρντο έζησε με τον πατέρα του, που παντρεύτηκε άλλη γυναίκα. Ανεβαίνοντας την κοινωνική κλίμακα, έγινε επίσημος καλλιτέχνης για βασιλείς και δούκες.

Στα 17 του χρόνια, ο Λεονάρντο μαθήτευσε στον καλλιτέχνη Αντρέα ντελ Βερόκιο στη Φλωρεντία και το 1472 δεχόταν πλέον αναθέσεις.

Όταν ο Λεονάρντο εγκατέλειψε αιφνίδια τη Φλωρεντία το 1482 και πήγε στο Μιλάνο, ίσως ξέφευγε από μια σπιλωμένη φήμη. Ή ίσως ήταν ένα ακόμη δείγμα της τάσης του να περνά από τη μια δουλειά στην άλλη – άφησε πολλά σχέδια ημιτελή και πολλούς πελάτες εκνευρισμένους. Στο Μιλάνο, ο Λεονάρντο προσέφερε τις υπηρεσίες του ως στρατιωτικός μηχανικός μουσικός και καλλιτέχνης στον κυβερνώντα δούκα Λουδοβίκο Σφόρτσα. Παράξενος συνδυασμός, αν και λέγεται ότι ο Λεονάρντο ήταν καλός στο λαούτο. Η ιδιότητα του στρατιωτικού μηχανικού είναι πιο απρόσμενη, παρ’ ότι την εποχή που η τέχνη κι η αρχιτεκτονική ήταν αλληλένδετες πολλοί καλλιτέχνες ασχολούνταν με το σχεδιασμό αμυντικών μηχανισμών.

ΔΕΙΠΝΟ ΓΙΑ ΔΕΚΑΤΡΕΙΣ
Καθώς φαίνεται, ο Σφόρτσα δεν κατασκεύασε τις πολεμικές μηχανές του Λεονάρντο, μεταξύ των οποίων καταπέλτες, υποτυπώδη τεθωρακισμένα και «μηχανές που πετούσαν φωτιά». Παρήγγειλε όμως πίνακες, όπως τον Μυστικό Δείπνο του 1495, που καλύπτει έναν ολόκληρο τοίχο της τραπεζαρίας ενός μοναστηριού. Η σημερινή φήμη του έργου μάς αποσπά από την αντισυμβατικότητα που είχε για την εποχή του. Οι παλιότεροι μεσαιωνικοί ζωγράφοι αναπαριστούσαν τον Χριστό και τους μαθητές του ήρεμους και γαλήνιους. Αντίθετα, ο Λεονάρντο έδειξε τις συναισθηματικές αντιδράσεις των μαθητών στην ανακοίνωση του Χριστού ότι επρόκειτο να προδοθεί -χειρονομούν, φωνάζουν, οπισθοχωρούν έντρομοι, σκύβουν για να λογομαχήσουν.

Δυστυχώς έχουμε μόνο ίχνη του αρχικού επιτεύγματος του Λεονάρντο – το έργο υπέστη ανεπανόρθωτες ζημιές, κυρίως λόγω των πειραματισμών του καλλιτέχνη. Δεν του άρεσε η τεχνική της τοιχογραφίας, η άμεση επάλειψη χρώματος σε υγρή κονία. Όταν στεγνώσει η κονία, δεν μπορούν να γίνουν αλλαγές στον πίνακα, κάτι που δυσχεραίνει τη φωτοσκίαση και τη μείξη χρωμάτων. Οπότε ο Λεονάρντο προτίμησε να ζωγραφίσει σε στεγνή κονία. Κακή επιλογή. Άρχισε να ξεφλουδίζει κι έκτοτε οι συντηρητές προσπαθούν να σώσουν το έργο. Επιπλέον, το 1796 γαλλικά στρατεύματα έριξαν πέτρες στον τοίχο. Οι αδέξιες απόπειρες συντήρησης τον 19ο αι. κατέστρεψαν περισσότερα απ’ όσα έσωσαν. Και κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, το κτίριο βομβαρδίστηκε. Η αποκατάσταση που έγινε το 1999 θεωρείται ότι σταθεροποίησε το έργο, το οποίο όμως παραμένει θαμπό.

Ακόμη πιο σημαντική από τον Μυστικό Δείπνο ήταν η ανάθεση για το Gran Cavallo, ένα τεράστιο μπρούντζινο άλογο. Ο Λεονάρντο έφτιαξε ένα πήλινο πρόπλασμα και σχεδίασε καλούπια, αλλά το έργο δεν ολοκληρώθηκε, εν μέρει λόγω της άστατης πολιτικής κατάστασης που διέκοψε το έργο του Λεονάρντο αλλά και την εξουσία του Σφόρτσα. Καθώς οι Γάλλοι ορμούσαν στο Μιλάνο, ο Σφόρτσα πήρε τους 70 τόνους μπρούντζο που προορίζονταν για το άγαλμα κι έφτιαξε κανόνια. Οι Γάλλοι εισβολείς χρησιμοποίησαν το πήλινο μοντέλο για σκοποβολή.

Ο Λεονάρντο έφυγε για τη Φλωρεντία, όπου έκανε σχέδια για την αλλαγή της φοράς του ποταμού Άρνου, σχεδίασε μία εκπληκτική ιπτάμενη μηχανή και πέρασε πολλούς μήνες στην αυλή του διαβόητου Καίσαρα Βοργία.

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΕΣ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ

Τα χρόνια 1503-6, ο Λεονάρντο ζωγράφισε την Τζοκόντα ή Μόνα Λίζα, μια γυναίκα με καστανά μάτια, μεγάλο μέτωπο και στρογγυλό σαγόνι. Φορά ένα κομψό πλισέ πέπλο και τα χέρια της ακουμπούν στο μπράτσο μιας καρέκλας. Το μπαλκόνι όπου κάθεται προεξέχει, παραδόξως πάνω από γκρεμό που βλέπει σε δρόμους, ποταμούς λόφους και κοιλάδες.

Τι το καινούργιο; Κατ’ αρχάς η πόζα. Όπως κάθεται, ο θεατής θα έπρεπε να βλέπει τη ράχη της, όμως στρέφει το πάνω μέρος του σώματός της προς εμάς. Αυτή η μετακίνηση του άξονα δίνει μία αίσθηση κίνησης. Το φανταστικό τοπίο είναι άλλη μια καινοτομία, αφού συνήθως οι πίνακες της εποχής δεν έδιναν βάρος στο φόντο.

Αν ρωτήσετε όμως τι ιδιαίτερο έχει η Μόνα Λίζα, οι περισσότεροι θ’ αναφέρουν το αινιγματικό της βλέμμα και προπάντων το «μυστηριώδες» χαμόγελο. Όπως τραγουδούσε ο Νατ Κινγκ Κόουλ το 1950, «Χαμογελάς για να θέλξεις κάποιον εραστή, Μόνα Λίζα; Ή μήπως κρύβεις μια θλιμμένη καρδιά;» Το χαμόγελο είναι λεπτό και το πρόσωπο δυσερμήνευτο – αλλά δεν αποτελεί μοναδική περίπτωση. Ο Λεονάρντο ζωγράφισε κι άλλες γυναίκες με αινιγματικό βλέμμα, όπως η Τζινέβρα ντε Μπέντσι και πολλές Παναγίες και αγίες. Η φήμη του πίνακα έχει να κάνει πιο πολύ με την ιστορία παρά με το θέμα του.

Το 1506, ο Λεονάρντο επέστρεψε στο Μιλάνο, όπου ασχολήθηκε κυρίως με επιστημονικές έρευνες. Επτά χρόνια αργότερα πήγε στη Ρώμη προσκεκλημένος του Πάπα Λέοντα Ι’, αλλά δεν έδειξε πρόθυμος ν’ ανταγωνιστεί τους Μικελάντζελο και Ραφαήλ. Έτσι, το 1516 έφυγε από την Ιταλία κι έγινε «βασιλικός ζωγράφος» του Φραγκίσκου Α’ της Γαλλίας, αν και ζωγράφισε ελάχιστα. Η πραγματική του εργασία ήταν να διεξάγει ενδιαφέρουσες συνομιλίες με το βασιλιά, κάτι που έκανε μέχρι το θάνατό του από εγκεφαλικό το 1519.

Το καλλιτεχνικό έργο του Λεονάρντο πέρασε στην κατοχή του βασιλιά, οπότε η Μόνα Λίζα παρέμεινε στην κυριότητα του Στέμματος, μακριά από τα μάτια του κοινού, για αρκετούς αιώνες. Μετά τη Γαλλική Επανάσταση, ο Ναπολέων έδειξε προτίμηση στον πίνακα και για λίγο καιρό τον είχε κρεμασμένο στο υπνοδωμάτιό του, στο Ανάκτορο των Τουιλερί. Το 1804, ο πίνακας μεταφέρθηκε στο μουσείο του Λούβρου. Όχι ότι τον πρόσεξε κανείς, αφού τα έργα του Μικελάντζελο και του Ραφαήλ ήταν πολύ πιο δημοφιλή.

Χάρη στο ενδιαφέρον των Γάλλων συμβολιστών ποιητών στα μέσα του 19ου αιώνα η Μόνα Λίζα αναγνωρίστηκε εντέλει ως αριστούργημα. Είχαν αδυναμία στις μοιραίες γυναίκες -κατ’ αυτούς εξίσου φονικές όσο και όμορφες- και για κάποιο λόγο συμπεριέλαβαν σ’ αυτές και τη Μόνα Λίζα. Ο Άγγλος κριτικός Γουόλτερ Πέιτερ ανέπτυξε την ιδέα το 1869: «Είναι παλαιότερη από τα βράχια που την τριγυρίζουν. Σαν το βρικόλακα, έχει πεθάνει πολλές φορές και ξέρει τα μυστικά του τάφου».

Το μόνο που έλειπε για να εδραιωθεί ο μύθος της ήταν η κλοπή. Το 1911, ένας επισκέπτης του Λούβρου διαπίστωσε ότι η Μόνα Λίζα έλειπε από τη θέση της. Οι έρευνες απέβησαν άκαρπες και η απώλεια έμοιαζε οριστική. Όμως το 1913, ο Βινσέντζο Περούτζα, πρώην υπάλληλος στο Λούβρο, μίλησε σ’ έναν έμπορο τέχνης στη Φλωρεντία με σκοπό να πουλήσει το έργο. Ο Περούτζα είχε κρυφτεί σε μια ντουλάπα τη νύχτα της κλοπής και το πρωί βγήκε με τον πίνακα κάτω απ’ το παλτό του. Καθώς είπε, ο πατριωτικός οίστρος τον ώθησε να επαναφέρει τη Μόνα Λίζα στην Ιταλία.

Η επιστροφή της Μόνα Λίζα ήταν διεθνής είδηση κι έκτοτε η φήμη της υπήρξε αδιαφιλονίκητη. Για χρόνια η διεύθυνση του Λούβρου μεταχειρίστηκε το έργο όπως όλα τα άλλα, αλλά τελικά υπέκυψε στην πίεση και τοποθέτησε σήματα που οδηγούν στον πίνακα. Πλέον βρίσκεται σε ειδικό χώρο με ελεγχόμενη θερμοκρασία και καλύπτεται από αλεξίσφαιρο γυαλί.

 

 

 

Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΖΩΓΡΑΦΩΝ
ELIZABETH LUNDAY
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΙΩΡΑ
Εικόνα: https://gr.pinterest.com/pin/422986590001957914/



Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram