Εφαινόταν ξεκάθαρα ότι ο κόσμος αυτός δεν ήταν καθόλου καλός, κύριοι … (CHARLES DICKENS)

Εφαινόταν ξεκάθαρα ότι ο κόσμος αυτός δεν ήταν καθόλου καλός, κύριοι … (CHARLES DICKENS)

ΚΟΟΥΚΤΑΟΥΝ

Δύσκολα χρόνια, κεφ. Ε’
Charles Dickens, Tempi difficili, ιταλ.μτφρ, G.Lonza, Garzanti, Milano,1995

To 1854, ο Ντίκενς παρακολουθούσε τις απεργίες των εργατών του Πρέστον, κοντά στο Μάντσεστερ. Στη συνέχεια, κατόρθωσε να επισκεφθεί ορισμένα  εργοστάσια και να συνειδητοποιήσει τις δύσκολες συνθήκες ζωής των εργατών.

Το Κόουκταουν, προς το οποίο κατευθύνονταν τώρα οι κύριοι Μπάουντερμπαϊ και Γκράντγκραϊντ, ήταν ο θρίαμβος της πραγματικότητας. Ήταν αμόλυντο από τη φαντασία, όπως και η ίδια η κυρία Γκράντγκραϊντ. Πριν συνεχίσουμε με τη μουσική μας, λοιπόν, ας παίξουμε τη νότα που επικρατεί, το Κόουκταουν.

Ήταν μια πόλη φτιαγμένη από κόκκινα τούβλα ή, πιο σωστά από τούβλα που θα ήταν κόκκινα, αν ο καπνός και οι στάχτες το επέτρεπαν. Όπως είχαν, όμως, τα πράγματα, ήταν μια αφύσικα κόκκινη και μαύρη πόλη, σαν το ζωγραφισμένο πρόσωπο ενός άγριου. Ήταν μια πόλη γεμάτη μηχανές και μακριές τσιμινιέρες, από τις οποίες έβγαιναν διαρκώς αναρίθμητα φίδια φτιαγμένα από καπνό, που δεν σταματούσαν να στριφογυρίζουν ποτέ. Υπήρχε ένα μαύρο κανάλι κι ένας ποταμός που κυλούσε, κόκκινος από τις βρομερές μπογιές, και υπήρχαν τεράστιες οικοδομές γεμάτες παράθυρα απ’ όπου ακουγόταν όλη τη μέρα ένα τρεμουλιαστό κουδούνισμα και όπου το πιστόνι της ατμομηχανής ανεβοκατέβαινε μονότονα, σαν το κεφάλι ελέφαντα που είχε χτυπηθεί από μια μελαγχολική τρέλα. Η πόλη είχε πολλούς μεγάλους δρόμους, όλους ίδιους μεταξύ τους, και πολλούς μικρούς δρόμους, ακόμα πιο ίδιους μεταξύ τους, όπου κατοικούσαν άνθρωποι ίδιοι μεταξύ τους, που μπαινόβγαιναν όλοι την ίδια ώρα, κάνοντας τον ίδιο θόρυβο στα ίδια πεζοδρόμια, που είχαν όλοι την ίδια δουλειά και για τους οποίους κάθε μέρα ήταν ίδια με την προηγούμενη και με την επόμενη, και κάθε χρόνος ήταν ένα αντίγραφο του περασμένου αλλά και εκείνου που επρόκειτο να έρθει.

Αυτά τα χαρακτηριστικά του Κόουκταουν συνδέονταν άρρηκτα με τη δουλειά από την οποία κρατιόταν στη ζωή. Σε αντίθεση με όλα αυτά, μπορούσε να προβάλλει την παραγωγή των ανέσεων που διαδίδονταν σε όλο τον κόσμο και σε είδη καλλωπισμού, που έδιναν τη μισή ομορφιά σε μια πραγματική κυρία που δεν θα ήθελε ούτε να ακούσει ποτέ το όνομα αυτής της σκοτεινής πόλης. Τα άλλα χαρακτηριστικά του ήταν τα ακόλουθα.

Δεν έβλεπες τίποτα στο Κόουκταουν που να μην παρέπεμπε στη δουλειά. Αν τα μέλη μιας θρησκευτικής αίρεσης κατασκεύαζαν έναν ναό -όπως είχαν κάνει τα μέλη δεκαοκτώ θρησκευτικών αιρέσεων- έφτιαχναν ένα ευσεβές μαγαζάκι με κόκκινα τούβλα, εφοδιασμένο μερικές φορές (αλλά μόνο στα πιο περίτεχνα κτίρια) με μια καμπάνα κλεισμένη σε ένα κλουβί στην κορυφή. Η μόνη εξαίρεση ήταν η Νέα Εκκλησία, ένα κτίριο καλυμμένο με σοβά, με ένα τετράγωνο καμπαναριό πάνω από την πόρτα, που κατέληγε σε τέσσερις διακοσμητικούς οβελίσκους που θύμιζαν περίτεχνα ξύλινα πόδια. Όλες οι δημόσιες επιγραφές στην πόλη ήταν ζωγραφισμένες με τον ίδιο τρόπο, με αυστηρούς ασπρόμαυρους χαρακτήρες. Η φυλακή θα μπορούσε να είναι νοσοκομείο, το νοσοκομείο φυλακή, το δημαρχείο θα μπορούσε να είναι το ένα ή το άλλο, ή και τα δύο, ή οτιδήποτε άλλο, λόγω της κατασκευής τους. Πραγματικότητα, πραγματικότητα, πραγματικότητα παντού στην εμφάνιση της πόλης. Το ίδιο και στην πνευματική της υπόσταση. Το σχολείο του Μ’ Τσόουκουμτσαϊλντ ήταν πραγματικότητα, η σχολή σχεδίου πραγματικότητα, οι σχέσεις ανάμεσα στο αφεντικό και τους εργάτες ήταν πραγματικότητα και όλα τα πράγματα ήταν πραγματικότητα, ανάμεσα στο νοσοκομείο όπου γεννιόσουν και στο κοιμητήριο, και αυτό που δεν μπορούσε να μεταφραστεί σε αριθμούς ή δεν μπορούσε πια να αγοραστεί σε καλή τιμή ή να πουληθεί στην υψηλότερη δεν υπήρχε και δεν θα έπρεπε ποτέ να υπάρξει, εις τους αιώνα των αιώνων, αμήν.

Φυσικά, μια πόλη τόσο αφοσιωμένη στην πραγματικότητα και τόσο πετυχημένη στην επιδίωξή της, τα πήγαινε καλά, έτσι δεν είναι; Και όμως, όχι, όχι και τόσο καλά. Όχι; Αλίμονο! Όχι. Το Κόουκταουν δεν έβγαινε από τα ίδια του τα καμίνια σαν καθαρός χρυσός. Καταρχάς, το πιο ανησυχητικό μυστήριο του μέρους αυτού ήταν το εξής: ποιος ανήκε σε αυτές τις δεκαοκτώ θρησκευτικές αιρέσεις; Όποιος και αν ήταν, σίγουρα δεν ήταν κάποιος από τους εργάτες. Ήταν πολύ περίεργο να περπατάς στους δρόμους την Κυριακή το πρωί και να παρατηρείς πόσο λίγοι από αυτούς άκουγαν τον βάρβαρο ήχο από τις καμπάνες που τρέλαιναν τους αρρώστους και τους νευρικούς, και τους τραβούσαν από τις γειτονιές τους, από τα θλιβερά δωμάτιά τους, από τις γωνιές των δρόμων τους, όπου χασομερούσαν αδιάφοροι, κοιτάζοντας το πηγαινέλα στις εκκλησίες και στα παρεκκλήσια σαν κάτι που δεν τους αφορούσε καθόλου. Δεν ήταν μόνο αυτό παράξενο, γιατί υπήρχε μια οργάνωση που είχε γεννηθεί στο Κόουκταουν, τα μέλη της οποίας, σε κάθε συνεδρίαση της Βουλής των Κοινοτήτων, ζητούσαν αγανακτισμένοι έναν νόμο από το Κοινοβούλιο που να υποχρεώνει τον κόσμο αυτόν να είναι θρήσκος. Έπειτα, υπήρχε η κοινότητα της Εγκράτειας, που παραπονιόταν πως ο κόσμος αυτός ήθελε να μεθά και αποδείκνυε με πίνακες και στατιστικές ότι έπινε πραγματικά, δηλώνοντας, στη διάρκεια των συναντήσεών τους για τσάι, ότι καμία ανθρώπινη ή θεϊκή πεποίθηση (εκτός εάν ήταν κάποιο βραβείο, ή ένα μετάλλιο) δεν θα τους ανάγκαζε να εγκαταλείψουν τη συνήθειά τους να μεθούν. Έπειτα, υπήρχε ο φαρμακοποιός και ο χημικός, με άλλους πίνακες, που αποδείκνυαν πως όταν ο κόσμος δεν ήταν μεθυσμένος, έπαιρνε όπιο. Έπειτα, υπήρχε ο εφημέριος της φυλακής με τη μεγάλη πείρα, με άλλους πίνακες που ξεπερνούσαν όλους τους προηγούμενους, ο οποίος αποδείκνυε πως ο ίδιος αυτός κόσμος συγκεντρωνόταν σε κακόφημα μαγαζιά, καλά κρυμμένα από τα μάτια των άλλων, όπου άκουγε ανήθικα τραγούδια και έβλεπε ανήθικους χορούς και ενίοτε συμμετείχε κιόλας. Και όπου ο Α.Β., που σύντομα θα συμπλήρωνε τα 24 του χρόνια, καταδικασμένος σε 18 μήνες φυλακή, είχε πει (όχι πως ήταν και πολύ αξιόπιστος βέβαια) ότι έτσι είχε ξεκινήσει η καταστροφή του, μια και ήταν απόλυτα σίγουρος πως διαφορετικά θα ήταν ένας νέος πολύ ηθικός.Έπειτα, ήταν ο κύριος Γκράντγκραϊντ και ο κύριος Μπαούντερμπαϊ, οι δύο κύριοι που περπατούσαν προς το Κόουκταουν, και οι δύο πολύ πρακτικοί, που θα μπορούσαν, κατά περίπτωση, να προσφέρουν κι άλλους πίνακες βασισμένους στην προσωπική τους εμπειρία, φτιαγμένους για περιπτώσεις που είχαν δει και είχαν γνωρίσει, από τις οποίες φαινόταν ξεκάθαρα -ήταν το μόνο ξεκάθαρο γεγονός σε όλη την υπόθεση- ότι ο κόσμος αυτός δεν ήταν καθόλου καλός, κύριοι. Πως ό,τι κι αν γινόταν γι’ αυτούς, δεν ήταν πολύ ευχαριστημένοι ή ευγνώμονες, κύριοι. Ήταν ανήσυχοι, κύριοι. Δεν ήξεραν τι ήθελαν. Ζούσαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και αγόραζαν φρέσκο βούτυρο, δεν ήθελαν καφέ που να μην είναι μόκα, απαιτούσαν καλύτερες τιμές για το κρέας, και ήταν πάντα δυσαρεστημένοι και ασύμφοροι.

 

 

 

 

Η Ιστορία της Φιλοσοφίας
Umberto Eco & Riccardo Fedriga
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟ ΒΗΜΑ

 

Εικόνα Α: https://gr.pinterest.com/pin/261208847113004962/

Εικόνα Β: https://gr.pinterest.com/pin/437201076318484347/



Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram
  • Our truest life is when we are in dreams awake !!!

    lecturesbureau: "Our truest life is when we are in dreams 
awake !!!"
    221
    0
  • The cave you fear to enter holds the treasure you seek .

    lecturesbureau: "The cave you fear to enter
holds the treasure you seek ."
    588
    1
  • Be the sun and all will see you !

    lecturesbureau: "Be the sun and all will see you !"
    397
    0
  • It's not that some people have willpower and some don't ... It's that some people are ready to change and others are not .

    lecturesbureau: "It's not that some people have willpower
and some don't ... It's that some people are ready to change
and others are not ."
    276
    0
  • You have your brush , you have your colors , you paint the paradise , then in you go

    lecturesbureau: "You have your brush ,
you have your colors ,
you paint the paradise ,
then in you go"
    467
    4
  • A clever person solves a problem . A wise person avoids it .

    lecturesbureau: "A clever person solves a problem .
A wise person avoids it ."
    412
    1
  • We generally change ourselves for one of two reasons : desperation or inspiration .

    lecturesbureau: "We generally change ourselves for one of two reasons :
desperation or inspiration ."
    421
    2
  • There is no end . There is no beginning . There is only the infinite passion of life !

    lecturesbureau: "There is no end .

There is no beginning .

There is only the infinite passion of life !"
    352
    3
  • The great man is he who does not lose his child- heart !

    lecturesbureau: "The great man is he who does not lose 
his child- heart !"
    1462
    2
  • Magic exists ...

    lecturesbureau: "Magic exists ..."
    233
    1