fbpx

ΔΙΑΖΥΓΙΟ (GUY DE MAUPASSANT) | Μέρος Α’

ΔΙΑΖΥΓΙΟ (GUY DE MAUPASSANT) | Μέρος Α’

Ο κύριος Μποντράν, ο διάσημος Παριζιάνος δικηγόρος, αυτός που εδώ και δέκα χρόνια αναλαμβάνει και χωρίζει επιτυχώς όλα τα αταίριαστα παντρεμένα ζευγάρια, άνοιξε την πόρτα του γραφείου του και παραμέρισε για να περάσει ο καινούργιος πελάτης.

Ήταν ένας παχύς ροδοκόκκινος άντρας με ξανθές και πυκνές φαβορίτες, ένας άντρας κοιλαράς, σφριγηλός και γεροδεμένος. Χαιρέτησε το δικηγόρο.

– Καθίστε, είπε αυτός.

Ο πελάτης κάθισε, ξερόβηξε και είπε: – -Βρίσκομαι εδώ, κύριε, για να σας ζητήσω να με εκπροσωπήσετε σε μια υπόθεση διαζυγίου.

– Πείτε μου, κύριε, σας ακούω.

– Κύριε, είμαι πρώην συμβολαιογράφος.

– Πρώην; Κιόλας;

– Μάλιστα, κιόλας. Είμαι τριάντα επτά ετών.

– Συνεχίστε.

– Κύριε, έκανα έναν γάμο ατυχή, ατυχέστατο.

– Δεν είστε ο μόνος,

– Το γνωρίζω, και συμπονώ τους υπόλοιπους όμως η περίπτωσή μου είναι εξόχως ασυνήθιστη και οι μομφές μου προς τη σύζυγό μου εξαιρετικά ιδιαίτερης φύσης. Ας πάρω όμως τα πράγματα από την αρχή. Παντρεύτηκα κάτω από πολύ περίεργες συνθήκες. Πιστεύετε στις επικίνδυνες ιδέες;

– Τι εννοείτε;

– Πιστεύετε πως για κάποια μυαλά ορισμένες ιδέες είναι τόσο επικίνδυνες, όσο είναι το δηλητήριο για το κορμί;

– Ναι, ίσως.

– Βεβαίως. Υπάρχουν ιδέες που μπαίνουν μέσα μας, μας ροκανίζουν, μας σκοτώνουν, μας τρελαίνουν όταν δεν ξέρουμε πώς να τους αντισταθούμε. Είναι ένα είδος φυλλοξήρας της ψυχής. Αν κάνουμε το λάθος ν’ αφήσουμε μια από αυτές τις σκέψεις να γλιστρήσει μέσα μας, αν δεν αντιληφθούμε εξαρχής πως πρόκειται για έναν κατακτητή, έναν αφέντη, έναν τύραννο, πως εξαπλώνεται ώρα με την ώρα, μέρα με τη μέρα, πως επανέρχεται αδιάκοπα, εγκαθίσταται, διώχνει όλους τους συνηθισμένους μας λογισμούς, απορροφά όλη μας την προσοχή και αλλοιώνει την οπτική της κρίσης μας, είμαστε χαμένοι.

Ιδού λοιπόν τι μου συνέβη, κύριε. Όπως σας είπα, ήμουν συμβολαιογράφος στη Ρουέν, και κάπως στριμωγμένος, όχι φτωχός αλλά ζορισμένος, με σκοτούρες, αναγκασμένος να κάνω συνεχώς οικονομία, υποχρεωμένος να βάζω χαλινάρι σε όλες τις επιθυμίες μου. Μάλιστα, σε όλες! Και στην ηλικία μου είναι δύσκολο.

 

Ως συμβολαιογράφος, διάβαζα πολύ προσεκτικά τις αγγελίες στην τέταρτη σελίδα των εφημερίδων, την προσφορά και τη ζήτηση, τις σύντομες αλληλογραφίες, και ούτω καθεξής· πολλές φορές λοιπόν μου είχε τύχει, μέσω αυτών, να συνάψω για κάποιους πελάτες μου επωφελείς γάμους. Μια μέρα πέφτω πάνω στο εξής:

«Δεσποινίς όμορφη, με καλή ανατροφή, καθωσπρέπει, αναζητά με σκοπό το γάμο κύριο έντιμο, δίνοντας προίκα δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες φράγκα καθαρά. Γραφεία συνοικεσίων αποκλείονται».

Συμπτωματικά εκείνη τη μέρα δειπνούσα με δύο φίλους, έναν δικηγόρο και έναν κλωστοϋφαντουργό. Δεν ξέρω πώς ήρθε η συζήτηση στους γάμους, και τους μίλησα γελώντας για τη δεσποινίδα με τα δυόμισι εκατομμύρια φράγκα. Ο κλωστοϋφαντουργός απόρησε: «Τι σόι γυναίκες είν’ αυτές;».

Ο δικηγόρος είχε δει πολλές φορές να συνάπτονται εξαιρετικοί γάμοι υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, και μας είπε λεπτομέρειες· ύστερα, γυρνώντας σε μένα, πρόσθεσε:

– Γιατί, διάβολε, δεν το κοιτάς για τον εαυτό σου; Μα το Χριστό, δυόμισι εκατομμύρια θα σε γλίτωναν από πολλές σκοτούρες.

Αρχίσαμε να γελάμε και οι τρεις, κι αλλάξαμε κουβέντα. Μια ώρα αργότερα, γύρισα σπίτι μου.

Εκείνη τη νύχτα έκανε κρύο. Κι εγώ έμενα σ’ ένα παλιό σπίτι, από εκείνα τα παλιά επαρχιώτικα σπίτια που μοιάζουν με τα υγρά υπόγεια όπου καλλιεργούν τα μανιτάρια. Όταν ακούμπησα το χέρι μου στη σιδερένια κουπαστή της σκάλας, ένα ρίγος παγερό διαπέρασε το μπράτσο μου, και καθώς άπλωνα το άλλο μου χέρι για να βρω τον τοίχο αισθάνθηκα, αγγίζοντάς τον, ένα δεύτερο ρίγος, πιο υγρό αυτή τη φορά· κι αυτά τα δύο ρίγη συναντήθηκαν στο στήθος μου και με γέμισαν ταραχή, θλίψη κι εκνευρισμό. Και, κυριευμένος από μια ξαφνική ανάμνηση, ψιθύρισα:

 

– Διάβολε, να είχα αυτά τα δυόμισι εκατομμύρια!

Το δωμάτιό μου ήταν θλιβερό, μια εργένικη κάμαρα στη Ρουέν που τη φρόντιζε μια υπηρέτρια, η ίδια που μου μαγείρευε κιόλας. Μπορείτε να τη φανταστείτε και μόνος σας αυτή την κάμαρα! Ένα μεγάλο κρεβάτι χωρίς κουρτίνες, μια ντουλάπα, μια συρταριέρα, ένα λαβομάνο και τζάκι πουθενά. Ρούχα πάνω στις καρέκλες, χαρτιά στο πάτωμα. Άρχισα να σιγοτραγουδάω, στο στιλ των μουσικών καφέ, όπου καμιά φορά συχνάζω:

Δυο εκατομμυριάκια θα είναι μια χαρά.

Κι ακόμα πεντακόσια και μια καλή κυρά.

Στην πραγματικότητα δεν είχα σκεφτεί ακόμα την ίδια τη γυναίκα, και η σκέψη της μου ήρθε ξαφνικά καθώς πλάγιαζα στο κρεβάτι μου. Τη σκεφτόμουν μάλιστα τόσο έντονα, ώστε μου πήρε αρκετή ώρα μέχρι να κοιμηθώ.

Την άλλη μέρα, ανοίγοντας τα μάτια μου, πριν ακόμα ξημερώσει, θυμήθηκα πως έπρεπε να βρίσκομαι στις οκτώ στο Νταρνετάλ για μια σημαντική υπόθεση.

Έπρεπε να σηκωθώ λοιπόν από τις έξι, κι έκανε παγωνιά.

-Πανάθεμά με, δυόμισι εκατομμύρια! μονολόγησα.

 

Επέστρεψα στο γραφείο μου κατά τις δέκα. Μέσα πλανιόταν μια μυρωδιά από αναμμένη σόμπα, παλιά χαρτιά, μπαγιάτικα δικόγραφα τη αποφορά τους δεν έχει ταίρι- και μια οσμή από υπαλλήλους, μπότες, ρεντιγκότες, πουκάμισα, μαλλιά και δέρμα, δέρμα άπλυτο το καταχείμωνο, κι όλα αυτά ζεσταμένα σε θερμοκρασία δεκαοκτώ βαθμών. Γευμάτισα όπως κάθε μέρα, με καμένη μπριζόλα κι ένα κομμάτι τυρί. Έπειτα ξανάπιασα δουλειά.

 

Και τότε σκέφτηκα πολύ σοβαρά, για πρώτη φορά, τη δεσποινίδα με τα δυόμισι εκατομμύρια. Ποια να ήταν; Γιατί να μην της γράψω; Γιατί να μη μάθω;

 

Τέλος πάντων, κύριε, δεν θα μακρηγορήσω άλλο. Δεκαπέντε μέρες αυτή η σκέψη με στοίχειωνε, με κατάτρεχε, με τυραννούσε. Όλες μου οι έγνοιες, όλες οι μικρές σκοτούρες που υπέμενα αδιάκοπα χωρίς να τους δίνω σημασία μέχρι τότε, σχεδόν χωρίς να τις αντιλαμβάνομαι, τώρα με τρυπούσαν σαν βελονιές, και καθένα απ’ αυτά τα μικρά βάσανα μου έφερνε αμέσως στο μυαλό τη δεσποινίδα με τα δυόμισι εκατομμύρια.

 

Στο τέλος είχα πλάσει νοερά όλη της την ιστορία. Όταν επιθυμούμε κάτι, κύριε, το φανταζόμαστε όπως το προσδοκούμε.

 

Σίγουρα, δεν ήταν φυσικό μια κοπέλα από καλή οικογένεια, και προικισμένη τόσο αξιοπρεπώς, να ψάχνει για σύζυγο μέσω των εφημερίδων. Θα μπορούσε, όμως, να συμβαίνει η συγκεκριμένη κοπέλα να είναι έντιμη αλλά δυστυχής.

 

Κατ’ αρχάς, τούτη η περιουσία των δυόμισι εκατομμυρίων φράγκων δε με είχε θαμπώσει σαν τα μάγια κάποιας νεράιδας. Εμείς, που διαβάζουμε όλες τις προσφορές αυτού του είδους, είμαστε συνηθισμένοι σε προτάσεις γάμου που συνοδεύονται από έξι, οκτώ, δέκα, ακόμα και δώδεκα εκατομμύρια. Μάλιστα το ποσό των δώδεκα εκατομμυρίων εμφανίζεται αρκετά συχνά. Κάνει καλή εντύπωση.

Γνωρίζω καλά πως ουδείς πιστεύει στ’ αλήθεια ότι αυτές οι υποσχέσεις ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Κι όμως, οι αγγελίες μάς βάζουν στο μυαλό αυτά τα φανταστικά νούμερα, καθιστούν αληθοφανή, μέχρις ενός σημείου, για την άκριτη ευπιστία μας τα απίθανα ποσά που παρουσιάζουν και μας προτρέπουν να θεωρήσουμε μια προίκα δυόμισι εκατομμυρίων πολύ πιθανή και απόλυτα ηθική.

 

 

 

Ακολουθεί β’ μέρος

 

 

Η τέχνη του χωρισμού

GUY DE MAUPASSANT

Εκδόσεις ΡΟΕΣ

 

 

 

Εικόνα: https://gr.pinterest.com/pin/436356651400644009/



Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram