“Παρόλο που στην αρχή η κατάσταση ήταν αμφίβολη, τώρα ξεκαθάρισε.” (JORGE BUCAY)

“Παρόλο που στην αρχή η κατάσταση ήταν αμφίβολη, τώρα ξεκαθάρισε.” (JORGE BUCAY)

Όταν πέθανε ο Λιέν Τσου, η σύζυγός του Ζούμι, ο μεγάλος γιος του Λινγκ και τα δύο μικρά αδερφάκια του έπεσαν σε μεγάλη φτώχεια.

Όσο ζούσε, ο άντρας του σπιτιού δούλευε από ήλιο σε ήλιο στις φυτείες ρυζιού του Τσενγκ.
Του πλήρωναν το μεγαλύτερο μέρος του μισθού σε ρύζι κι έπαιρνε ελάχιστα νομίσματα. Έφταναν, απλώς, για τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες της οικογένειας, με πρώτη απ’ όλες την αμοιβή για τους δασκάλους και τα τετράδια του Λινγκ και των αδερφών του.
Τη μέρα του θανάτου του, ο Λιέν Τσου έφυγε από το σπίτι προτού ξημερώσει, όπως πάντα.
Στον δρόμο για τη φυτεία άκουσε κραυγές που ζητούσαν βοήθεια. Ήταν ένας γέρος που τον παράσερναν τα χειμαρρώδη νερά του ποταμού.
Ο Λιέν Τσου τον αναγνώρισε. Ήταν ο γέρος Τσενγκ, ο ιδιοκτήτης της φυτείας όπου δούλευε. Ο Λιέν Τσου ποτέ δεν ήταν καλός κολυμβητής, και μόνο ένας πολύ καλός κολυμβητής θα τολμούσε να μπει στο φουσκωμένο ποτάμι για να σώσει με μεγάλη δυσκολία τον γέροντα.
Κοίταξε ολόγυρα, όμως κανένας δεν περνούσε στον δρόμο εκείνη την ώρα… Και για να τρέξει για βοήθεια θα χασομερούσε πάνω από μισή ώρα…
Με μια παρόρμηση, ο Λιέν Τσου πήρε ανάσα και ρίχτηκε στο ποτάμι.
Μόλις έφτασε τον γέρο, το ρεύμα τον παρέσυρε και τον τράβηξε στον βυθό.
Τα άψυχα σώματα και των δύο βρέθηκαν αγκαλιασμένα σ’ ένα λίμνασμα του ποταμού, λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω…
Ίσως επειδή, κατά κάποιον τρόπο, τα παιδιά του γέρου θεώρησαν υπεύθυνο τον Λιέν Τσου για τον θάνατο του πατέρα τους και ίσως επειδή ο μικρός Λινγκ παραήταν μικρός για τη δουλειά, ή ίσως επειδή, όπως είπαν, δεν υπήρχε πολλή δουλειά στους ορυζώνες, τα παιδιά του νεκρού αρνήθηκαν το δικαίωμα του γιου να πάρει τη δουλειά του πατέρα.
Ο νεαρός Λινγκ επέμεινε.
Στην αρχή τους είπε ότι στα δεκατρία του ήταν αρκετά μεγάλος για να δουλέψει. Ύστερα τους είπε ότι εκείνη τη δουλειά την κληρονομούσε από τον πατέρα του. Μετά εξήγησε πόσο ικανός ήταν για τη δουλειά και πόσο επιδέξιος στα χέρια. Κι αφού όλα αυτά δεν βοήθησαν σε τίποτα, ο Λινγκ τους ικέτεψε να του δώσουν τη δουλειά με το επιχείρημα της οικονομικής ανάγκης της οικογένειάς του.
Kανένα επιχείρημα δεν ήταν αρκετό, και ζήτησαν από το νεαρό να εγκαταλείψει τον ορυζώνα.
Ο Λινγκ εξοργίστηκε και άρχισε να υψώνει τη φωνή, να μιλά για τη θυσία του πατέρα του, να μιλάει για την εκμετάλλευση, για δικαιώματα, για απαιτήσεις.
Ακολούθησε πάλη κι έδιωξαν τον Λινγκ με τις κλοτσιές από εκεί. Τον πέταξαν στον σκονισμένο δρόμο…
Από τότε, η οικογένειά του έτρωγε όταν έβρισκε. Τη συντηρούσε ο Λινγκ με περιστασιακές δουλειές και με τις θυσίες της μητέρας, που έπλενε κι έραβε ρούχα άλλων.
Μια ΜΈΡΑ, όπως κάθε μέρα, ο Λινγκ έβγαινε από τη φυτεία όπου, όπως κάθε μέρα, είχε πάει να ζητήσει δουλειά και, όπως κάθε μέρα, του είχαν πει ότι δεν είχε δουλειά για εκείνον…
Έβγαινε με το κεφάλι σκυφτό, κοιτάζοντας το έδαφος και τα φθαρμένα του σανδάλια.
Κλοτσούσε τις πέτρες που έβρισκε μπροστά του προσπαθώντας να βρει παρηγοριά με τον πόνο.
Άξαφνα, έδωσε μια κλοτσιά σε κάτι κι άκουσε έναν διαφορετικό ήχο. Έψαξε να δει το αντικείμενο που είχε κλοτσήσει…
Δεν ήταν πέτρα αλλά ένα δερμάτινο πουγκί δεμένο με κορδόνι και καλυμμένο με χώμα.
Ο νεαρός το ξαναχτύπησε με το πόδι.
Δεν ήταν άδειο. Έκανε έναν ωραίο ήχο καθώς κυλούσε στο έδαφος.
Ο Λινγκ συνέχισε να κλοτσάει το πουγκί επί ώρες και ώρες, απολαμβάνοντας τον ήχο που έκανε.
Τελικά, το μάζεψε και το άνοιξε.
Μέσα, βρήκε ένα σωρό ασημένια νομίσματα… Πάρα πολλά νομίσματα! Περισσότερα απ’ όσα είχε δει σε όλη του τη ζωή…
Τα μέτρησε.
Ήταν δεκαπέντε. Δεκαπέντε υπέροχα, ολοκαίνουργια και λαμπερά νομισματα.
Και ήταν δικά του.
Αυτός τα είχε βρει πεταμένα στο χώμα.
Αυτός τα κλοτσούσε επί μισή ώρα.
Αυτός είχε ανοίξει το πουγκί.
Δε χωρούσε αμφιβολία ότι ήταν δικό του…
Τώρα, επιτέλους, η μητέρα του θα σταματούσε να δουλεύει, τα αδέρφια του θα άρχιζαν πάλι μαθήματα κι όλοι θα έτρωγαν όσο ήθελαν… κάθε μέρα.
Έτρεξε στο χωριό να κάνει ψώνια.
Έφτασε στο σπίτι φορτωμένος φαγητά, παιχνίδια για τα αδέρφια του, κουβέρτες για το κρύο και δύο όμορφα φορέματα από την Ινδία, για τη μητέρα του.
Έγινε πανηγύρι στο σπίτι… Όλοι πεινούσαν και κανένας δεν ρώτησε πού βρέθηκε το φαγητό, ώσπου χόρτασαν.
Μετά το δείπνο ο Λινγκ μοίρασε τα δώρα, κι όταν τα μικρά πήγαν να κοιμηθούν κουρασμένα από το παιχνίδι, η Ζούμι έκανε νόημα στον Λινγκ να καθίσει δίπλα της.
Ο Λινγκ ήξερε τι ήθελε η μητέρα του.
« Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι έκλεψα» είπε ο Λινγκ.
«Κανένας δεν σου χαρίζει τόσα πράγματα…» είπε η μητέρα.
« Όχι, κανένας δεν χαρίζει τίποτα» συμφώνησε ο Λινγκ. « Τα αγόρασα. Εγώ τα αγόρασα όλα.»
«Και πού τα βρήκες τα χρήματα, Λινγκ;»
Το αγόρι αφηγήθηκε στη μητέρα του πώς είχε βρει το πουγκί με τα νομίσματα…
«Λινγκ, αγόρι μου, αυτά τα χρήματα δεν είναι δικά σου» είπε η Ζούμι.
«Γιατί δεν είναι δικά μου;» διαμαρτυρήθηκε ο Λινγκ. «Εγώ τα βρήκα.»
«Γιε μου, εσύ τα βρήκες, αλλά κάποιος τα έχασε. Κι αυτός που τα έχασε είναι ο αληθινός ιδιοκτήτης των χρημάτων» κατέληξε η γυναίκα.
«Όχι» είπε ο Λινγκ. «Όποιος τα έχασε τα έχασε, κι όποιος τα βρήκε τα βρήκε. Εγώ τα βρήκα. Κι αν δεν έχουν ιδιοκτήτη, είναι δικά μου.»
«Σωστά, γιε μου» συνέχισε η μητέρα. «Αν δεν έχουν ιδιοκτήτη είναι δικά σου. Όμως αν έχουν ιδιοκτήτη, πρέπει να του επιστρέψεις αυτό που του ανήκει…»
«Όχι μητέρα.»
«Ναι, Λινγκ. Θυμήσου τον πατέρα σου και σκέψου τι θα έλεγε αυτός.»
Ο Λινγκ κατέβασε το κεφάλι και συμφώνησε ανόρεχτα.
«Και τι θα κάνω με αυτά που ξόδεψα;» ρώτησε το αγόρι.
«Πόσα ξόδεψες;»
«Δύο.»
«Καλά. Θα δούμε πώς θα τα καταφέρουμε να τα ξεπληρώσουμε» είπε η Ζούμι. «Τώρα, πήγαινε στο χωριό και ρώτα τον κόσμο ποιος έχασε ένα δερμάτινο πουγκί. Άρχισε να ρωτάς εκεί κοντά που τα βρήκες.»
Πάλι με το κεφάλι σκυφτό, αυτή τη φορά βγαίνοντας από το σπίτι του, ο Λινγκ παραπονιόταν για τη μοίρα του.
Όταν έφτασε στο χωριό μπήκε στη φυτεία και ρώτησε τον υπεύθυνο αν είχε χάσει κανένας τίποτα.
Ο υπεύθυνος δεν ήξερε, όμως του είπε ότι θα μάθαινε.
Σε λίγο, ο μεγάλος γιος του γέροντα και σημερινός ιδιοκτήτης του ορυζώνα, βγήκε να τον συναντήσει.
«Εσύ πήρες το πουγκί με τα χρήματά μου;» τον ρώτησε με ύφος κατηγόρου.
«Όχι, κύριε. Εγώ τα βρήκα στον δρόμο» αποκρίθηκε ο Λινγκ.
«Δώσ’ τα μου αμέσως!» φώναξε.
Ο νεαρός έβγαλε το πουγκί και του το έδωσε.
Εκείνος άδειασε τα νομίσματα στη χούφτα του κι άρχισε να τα μετράει…
Το αγόρι τον πρόλαβε:
«Θα δείτε ότι λείπουν μόνο δύο νομίσματα, κύριε Τσενγκ. Θα μαζέψω τα χρήματα και θα σας τα επιστρέψω. Μπορώ να δουλέψω δωρεάν για να σας αποζημιώσω.»
«Δεκατρία! Δεκατρία!» μούγκρισε ο Τσενγκ. «Πού είναι τα νομίσματα που λείπουν;»
«Σας είπα, κύριε» άρχισε να λέει το αγόρι. «Δεν ήξερα ότι το πουγκί ήταν δικό σας. Όμως, θα σας επιστρέψω τα χρήματα…»
«Κλέφτη!» τον διέκοψε ο άλλος. «Κλέφτη! Θα σου δείξω εγώ που βάζεις στην τσέπη χρήματα που δεν είναι δικά σου» και βγήκε στον δρόμο φωνάζοντας: «Θα σου δείξω εγώ… Θα σου δείξω …»
Το αγόρι πήγε στο σπίτι του. Δεν ήξερε αν ήταν μεγαλύτερη η οργή του ή η απελπισία του.
Όταν έφτασε, είπε στη Ζούμι τα καθέκαστα κι εκείνη τον παρηγόρησε.
Του υποσχέθηκε ότι εκείνη θα μιλούσε με τον άνθρωπο για να το τακτοποιήσει.
Ωστόσο, την επόμενη μέρα, ένας απεσταλμένος του δικαστή ήρθε να καλέσει τη Ζούμι και τον Λινγκ σε δίκη για κλοπή δεκαεφτά ασημένιων νομισμάτων.
Δεκαεφτά!
Μπροστά στον δικαστή, ο γιος του γέροντα γαιοκτήμονα πήρε όρκο ότι το δερμάτινο πουγκί είχε εξαφανιστεί από το γραφείο του.
«Ήταν την ίδια μέρα που ο Λινγκ ήρθε να μου ζητήσει δουλειά» δήλωσε ο Τσενγκ. «Και την επόμενη μέρα παρουσιάστηκε αυτός ο κλέφτης κι έλεγε ότι “βρήκε” τάχα το πουγκί και ρωτούσε “μήπως κάποιος το έχασε” Τι αδιαντροπιά!»
«Συνεχίστε, κύριε Τσενγκ» είπε ο δικαστής.
«Φυσικά, του είπα ότι ήταν δικό μου, κι όταν μου το επέστρεψε κοίταξα αμέσως το περιεχόμενο και διαπίστωσα αυτό που υποψιαζόμουν. Έλειπαν νομίσματα. Δεκαεφτά ασημένια νομίσματα!»
Ο δικαστής άκουσε προσεκτικά την αφήγηση, και μετά έστρεψε το βλέμμα προς το αγόρι που, ντροπιασμένο από τη θέση που βρισκόταν, δεν τολμούσε να μιλήσει.
«Τι έχεις να πεις, Λινγκ; Η κατηγορία είναι πολύ σοβαρή» ρώτησε ο δικαστής.
«Κύριε δικαστή, εγώ δεν έκλεψα τίποτα. Βρήκα το πουγκί στον δρόμο. Δεν ήξερα ότι ανήκε στον κύριο Τσενγκ. Είναι αλήθεια ότι το άνοιξα κι είναι αλήθεια ότι ξόδεψα ένα μέρος από τα χρήματα για τρόφιμα και παιχνίδια για τα αδέρφια μου. Ήταν, όμως, δύο νομίσματα, όχι δεκαεφτά.» Το αγόρι έκλαιγε με λυγμούς. «Πώς θα μπορούσα να πάρω δεκαεφτά νομίσματα από το πουγκί, αφού είχε μόνο δεκαπέντε όταν το βρήκα; Εγώ πήρα μόνο δύο νομίσματα, κύριε δικαστή, μόνο δύο.»
«Για να δούμε» είπε ο δικαστής. «Πόσα νομίσματα είχε το πουγκί όταν ο νέος το επέστρεψε;»
«Δεκατρία» αποκρίθηκε ο κατήγορος.
«Δεκατρία» επιβεβαίωσε ο Λινγκ.
«Και πόσα νομίσματα είχε το πουγκί όταν το χάσατε, κύριε Τσενγκ;» ρώτησε ο δικαστής.
«Τριάντα, εξοχότατε» αποκρίθηκε εκείνος.
«Όχι, όχι» πετάχτηκε ο Λινγκ. «Είχε μόνο δεκαπέντε νομίσματα. Ορκίζομαι, ορκίζομαι.»
«Εσείς Τσενγκ» ρώτησε τον ιδιοκτήτη του ορυζώνα «θα παίρνατε όρκο ότι το πουγκί σας περιείχε τριάντα ασημένια νομίσματα όταν βρισκόταν στο γραφείο σας;»
«Βεβαίως, κύριε δικαστή» απάντησε. «Ορκίζομαι!»
Η Ζούμι σήκωσε ντροπαλά το χέρι της και ο δικαστής της έκανε νεύμα να μιλήσει.
«Κύριε δικαστή» είπε η Ζούμι, «ο γιος μου είναι ακόμα παιδί και παραδέχομαι ότι διέπραξε περισσότερα από ένα λάθη σ’ αυτή την υπόθεση. Όμως, υπάρχει κάτι για το οποίο είμαι βέβαιη. Ο Λινγκ δεν λέει ψέματα. Κι αφού λέει ότι το πουγκί είχε μόνο δεκαπέντε νομίσματα όταν το βρήκε, αυτή πρέπει να είναι η αλήθεια. Ίσως κύριε, κάποιος άλλος είχε βρει το πουγκί πρωτύτερα…»
«Φτάνει κυρία μου» διέκοψε ο δικαστής. «Είναι δική μου δουλειά ν’ αποφασίσω τι συνέβη και να αποδώσω δικαιοσύνη. Ζητήσατε τον λόγο και σας τον έδωσα. Τώρα, καθίστε και περιμένετε την απόφασή μου.»
«Μάλιστα, κύριε δικαστή. Θέλουμε δικαιοσύνη» είπε ο κατήγορος.
Ο δικαστής έκανε νόημα στον βοηθό του να χτυπήσει το γκονγκ. Αυτό σήμαινε ότι ο δικαστής θα έβγαζε την ετυμηγορία του.
«Κατήγορε και κατηγορούμενε, παρόλο που στην αρχή η κατάσταση ήταν αμφίβολη, τώρα ξεκαθάρισε» άρχισε να λέει ο δικαστής. «Δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω για τα λόγια του κυρίου Τσενγκ που ορκίζεται ότι έχασε ένα πουγκί με τριάντα ασημένια νομίσματα…»
Ο Τσενγκ χαμογέλασε όλο κακία και κοίταξε τον Λινγκ και τη Ζούμι.
«Ωστόσο, ο νεαρός Λινγκ διαβεβαιώνει ότι βρήκε ένα πουγκί με δεκαπέντε νομίσματα» συνέχισε ο δικαστής. «Και πάλι δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω τον λόγο του…»
Στην αίθουσα έγινε σιγή και ο δικαστής συνέχισε:
«Συνεπώς, είναι προφανές για το δικαστήριο ότι το πουγκί που βρέθηκε και επιστράφηκε ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ το πουγκί που έχασε ο κύριος Τσενγκ. Άρα δεν ευσταθεί καμία διεκδίκησή του προς την οικογένεια Λιεν Τσου. Ωστόσο, παραμένει στο αρχείο η διεκδίκηση του κατηγόρου, για όποιον βρει τις επόμενες ημέρες κάποιο πουγκί και το παραδώσει, με αρχικό περιεχόμενο τριάντα ασημένια νομίσματα.»
Ο δικαστής χαμογέλασε και το βλέμμα του συνάντησε τα γεμάτα ευγνωμοσύνη μάτια του Λινγκ.
«Όσο για ετούτο το πουγκί, νεαρέ μου…»
«Μάλιστα, κύριε δικαστή» ψέλλισε ο νεαρός. «Αναλαμβάνω την ευθύνη και είμαι πρόθυμος να πληρώσω για το σφάλμα μου.»
«Πάψε! Όσο για το πουγκί με τα δεκαπέντε νομίσματα, έλεγα, πρέπει να παραδεχτώ ότι κανένας δεν εμφανίστηκε να το διεκδικήσει. Υπό τις δεδομένες συνθήκες» είπε κοιτάζοντας λοξά τον κύριο Τσενγκ, «νομίζω ότι μάλλον είναι απίθανο να βρεθεί κάποιος που να ισχυριστεί πως του ανήκει. Συνεπώς, αποφασίζω ότι το πουγκί πρέπει να θεωρηθεί ιδιοκτησία εκείνου που το βρήκε. Κι επειδή εσύ Λινγκ το βρήκες, τα χρήματα είναι δικά σου!»
«Μα εξοχότατε…» πήγε να πει κάτι ο Τσενγκ.
«Εξοχότατε…» πήγε να πει και ο Λινγκ.
«Κύριε δικαστή…» είπε η Ζούμι.
«Σιωπή!» διέταξε αυστηρά ο δικαστής. «Η δίκη τελείωσε! Έξω όλοι από εδώ…»
Ο δικαστής σηκώθηκε και βγήκε αμέσως από την αίθουσα, ενώ ο βοηθός του χτύπησε πάλι το γκονγκ…
ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΊ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: opera animus

 

Εικόνες: https://www.worldpressphoto.org/collection/photo/2013/staged-portraits/stefen-chow



Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram
  • And those who were seen dancing were thought to be insane by THOSE WHO COULD NOT HEAR THE MUSIC ...

    lecturesbureau: "And those who were seen dancing
were thought to be insane
by THOSE WHO COULD NOT HEAR THE MUSIC ..."
    340
    0
  • Life is so unpredictable that anything is possible .

    lecturesbureau: "Life is so unpredictable that anything is possible ."
    266
    0
  • I LIVE IN MY DREAMS . Other people live in dreams , but not in their own . That's the difference .

    lecturesbureau: "I LIVE IN MY DREAMS .
Other people live in dreams , but not in their own .
That's the difference ."
    348
    2
  • All my life I've looked at words as though I were seeing them for the first time .

    lecturesbureau: "All my life I've looked at words
as though I were seeing them for the first time ."
    257
    0
  • Medicine heals deseases of the body wisdom frees the soul from passions .

    lecturesbureau: "Medicine heals deseases of the body
wisdom frees the soul from passions ."
    493
    1
  • It does not matter how slowly you go so long as you do not stop .

    lecturesbureau: "It does not matter how slowly you go 
so long as you do not stop ."
    352
    2
  • A book read by a thousand different people is a thousand different books .

    lecturesbureau: "A book read by a thousand different people
is a thousand different books ."
    611
    0
  • Our chief want is someone who will inspire us to be WHAT WE KNOW WE COULD BE .

    lecturesbureau: "Our chief want is someone who will inspire us
to be WHAT WE KNOW WE COULD BE ."
    269
    2
  • The bee discovers amid the most pungent flowers and the roughest thorns the smoothest and most palatable honey .

    lecturesbureau: "The bee discovers amid the most pungent flowers
and the roughest thorns
the smoothest and most palatable honey ."
    108
    0
  • Without joy in our heart , our progress in life is slow and uninteresting .

    lecturesbureau: "Without joy in our heart ,
our progress in life 
is slow and uninteresting ."
    220
    0