Τα Θέλγητρα της Φύσης (απόσπασμα) [Ωδή 29η (βιβλίο III) – ΟΡΑΤΙΟΣ]

Τα Θέλγητρα της Φύσης (απόσπασμα) [Ωδή 29η (βιβλίο III) – ΟΡΑΤΙΟΣ]

Σοφός ο θεός καλύπτει με σκοτεινή νύχτα (βαθύ σκοτάδι) την 

έκβαση του μέλλοντος χρόνου και γελάει αν ο θνητός (ο άνθρωπος) 

τρέμει (αγωνιά) πέραν του θεμιτού. 

Να θυμάσαι να τακτοποιείς (να διευθετείς, να ρυθμίζεις) το 

παρόν δίκαιος (με δικαιοσύνη, με αμεροληψία, με απάθεια)· τα 

λοιπά φέρονται δίκην ποταμού (με τον τρόπο του ποταμού), ο 

οποίος άλλοτε γλιστράει ήρεμα (γαλήνια) δια μέσου της πεδιάδας 

στο Ετρουσκικό πέλαγος, 

άλλοτε πέτρες περιφαγωμένες (μισοτριμμένες) και ξεριζωμένα 

δέντρα και κτήνη και σπίτια κυλάει (παρασύρει) μαζί με τη βουή 

των βουνών και του γειτονικού δάσους, όταν φοβερός κατακλυσμός (δεινή νεροποντή) 

φουσκώνει τους ήσυχους ποταμούς. 

Κύριος του εαυτού του (ευτυχής) και χαρούμενος περνάει τη ζωή του 

εκείνος που μπορεί κάθε μέρα να έχει ειπεί: έζησα· αύριο 

ας σκεπάσει ο Πατήρ (ο Δίας) τον ουρανό είτε με μαύρο σύννεφο 

είτε με λαμπρό ήλιο· 

δεν θα κάμει όμως μάταιο (ανώφελο) ο,τιδήποτε (το κάθε τι) 

που ανήκει στο παρελθόν, ούτε θα μεταβάλλει ούτε θα κάμει αγέννητο, 

ό,τι μια φορά ο χρόνος που φεύγει το πάρει μαζί του. 

Η τύχη που χαίρεται σε δύσκολο έργο και που επιμένει να 

παίζει ασυνήθιστο (παράδοξο) παιχνίδι αλλάζει (εναλλάσσει) τις 

αβέβαιες τιμές, άλλοτε σε μένα ευμενής, άλλοτε σε άλλον. 

Επαινώ την τύχη που παραμένει· αν σείει (κουνάει) τα γρήγορα 

φτερά (της), αποδίδω όσα έχει δώσει, και περικαλύπτομαι με την 

αρετή (μου) και ζητώ την έντιμη πενία χωρίς προίκα. 

Δεν είναι δικό μου έργο, αν το κατάρτι του πλοίου μουγκρίζει (τρίζει) 

από τις θύελλες του Λίβα, να τρέχω σε οικτρές δεήσεις και 

να συναλλάσσομαι (να δίνω σε αντάλλαγμα) με αναθήματα (τάματα) στους θεούς, 

για να μην προσθέσουν πλούτη στην άπληστη (ακόρεστη) 

θάλασσα τα Κύπρια και τα Τύρια εμπορεύματα. 

Τότε εμένα με την βοήθεια δίκωπου σκάφους (πλοιαρίου) 

θα με φέρει η αύρα και ο δίδυμος Πολυδεύκης1 ασφαλή (σώον) 

μέσα από τις θύελλες του Αιγαίου. 

 

 

1 Οι Διόσκουροι Κάστορας και Πολυδεύκης, αδελφοί της Ελένης, λατρεύονταν ως θεότητες των ναυτιλλομένων. Με τη μορφή του αστερισμού των Διδύμων ήταν ευνοϊκοί στους πλέοντες στις θάλασσες, επειδή κατά τις μακρές σκοτεινές νύχτες λάμπουν με ισχυρό φως. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΟΡΑΤΙΟΥ ΩΔΕΣ 

Βιβλία III και IV 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ 

ΔΗΜ. Ν. ΠΑΠΑΔΗΜΑ 

 

Εικόνα: https://gr.pinterest.com/pin/129971139232270939/

 



Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram