fbpx

Η συναισθηματική αναστάτωση που κρύβεται πίσω από την «Μπλε Περίοδο» του Πικάσο (ALEXA GODHART)

Η συναισθηματική αναστάτωση που κρύβεται πίσω από την «Μπλε Περίοδο» του Πικάσο (ALEXA GODHART)

Είναι πολύ εύκολο να θεωρήσουμε τον Πάμπλο Πικάσο παντοδύναμο: ένας ζωγράφος που άλλαξε τον ρου της παγκόσμιας καλλιτεχνικής ιστορίας, που δημιουργούσε τους πίνακές του φορώντας αναίσχυντα μόνο τα εσώρουχά του και που απαντούσε σε ερωτήσεις στους κριτικούς πυροβολώντας με το όπλο του στον αέρα.
Ωστόσο, ο Ισπανός ζωγράφος δεν ήταν πάντα τόσο δυναμικός και επιτυχημένος. Για την ακρίβεια, τα πρώτα χρόνια του χαρακτηρίζονταν από φτώχεια, τραγικά συμβάντα και συναισθηματική αδυναμία. Ήταν αυτές οι δυσκολίες που τον οδήγησαν στο πρωτοποριακό έργο της πρώτης περιόδου του, την φημισμένη Μπλε Περίοδό του.
Όλα ξεκίνησαν το 1901, όταν ο Πικάσο ήταν μόλις 19. Την εποχή εκείνη, συναναστρεφόταν μια ομάδα καλλιτεχνών, συγγραφέων και αναρχικών τους οποίους είχε γνωρίσει στα ταξίδια του μεταξύ της Βαρκελώνης, που ήταν η βάση του και του Παρισιού, όπου ταξίδευε συχνά. Ο στενότερος φίλος του ήταν ο ομοεθνής του Ισπανός ποιητής Κάρλος Κασαχέμας. Η φιλία τους όμως αυτή έληξε με τον πιο άδοξο τρόπο όταν ο Κασαχέμας αυτοκτόνησε κατά τη διάρκεια μιας γιορτής στο Παρίσι την ίδια χρονιά εξαιτίας μιας ερωτικής απογοήτευσης.
« Το συμβάν της αυτοκτονίας του Κασαχέμας ήταν αυτό που με έκανε να ξεκινήσω να ζωγραφίζω τα μπλε έργα μου» θα δήλωνε αργότερα στον φίλο και προσωπικό του βιογράφο Πιερ Νταί. Ο θάνατος του αγαπημένου του φίλου τον επηρέασε βαθύτατα και λειτούργησε σαν καταλύτης στην μετέπειτα πορεία του καθώς φαίνεται κι από τις χρωματικές παλέτες των έργων του μετά το τραγικό αυτό γεγονός: μελαγχολικά μπλε, σκοτεινά γκρι και ωχρά πράσινα.

Ένα από τα πρώτα έργα εκείνης της περιόδου, Ο Θάνατος του Κασαχέμας (1901), ήταν άμεσα επηρεασμένο από την αυτοκτονία του Κασαχέμας. Ο πίνακας (λάδι σε καμβά) δείχνει το κάτωχρο αναμεμειγμένο με μπλε αποχρώσεις πρόσωπο του ποιητή τυλιγμένο με λευκές κουβέρτες. Μοιάζει ήρεμος, σχεδόν σαν να κοιμάται, κάτι το οποίο διαψεύδεται από την προσθήκη μιας τρύπας από σφαίρα στο μέτωπό του βάζοντας έτσι ένα τραγικό πέπλο στην απεικόνισή του από τον Πικάσο.
Ο θάνατος του Κασαχέμας δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Πικάσο ήρθε αντιμέτωπος με την απώλεια. Το 1895, είχε χάσει την 7χρονη αδελφή του από διφθερίτιδα και το 1899 ο ζωγράφος Ορτένσι Γουέλ, φίλος του από τον καλλιτεχνικό του κύκλο στην Βαρκελώνη, αυτοκτόνησε πέφτοντας από έναν γκρεμό.    Ο Πικάσο επίσης γνώριζε για την αυτοκτονία του Βαν Γκογκ το 1890 και κάποιοι λόγιοι επισημαίνουν τις ομοιότητες μεταξύ των έργων του Βαν Γκογκ και της τεχνικής που χρησιμοποίησε ο Πικάσο στο έργο του Ο Θάνατος του Κασαχέμας ως φόρο τιμής στον αποθανόντα καλλιτέχνη.

Ο θρήνος του Πικάσο για την αδελφή του, τους φίλους του και τον ζωγράφο-ίνδαλμά του αναμίχθηκε με τις προσωπικές του δημιουργικές ανησυχίες. Μέχρι τις αρχές του 1901, δεν είχε βρει την δική του μοναδική καλλιτεχνική φωνή, ούτε είχε πουλήσει τόσα έργα ώστε να αυτοσυντηρείται. Όλα αυτά μαζί προβλημάτιζαν τον Πικάσο και «δημιούργησαν μία θεωρητική βάση σύμφωνα με την οποία οι καλλιτέχνες- ή τουλάχιστον οι αντισυμβατικοί καλλιτέχνες, εκείνοι που πήγαιναν κόντρα στις νόρμες του κοινωνικού ιστού-είναι καταδικασμένοι να υποφέρουν τραγωδίες και δεινά» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο επιμελητής William H. Robinson. Ο Πικάσο ταυτίστηκε με αυτή την μάστιγα, όπως τουλάχιστον δηλώνει η αυτοπροσωπογραφία του το 1901. Αν και ήταν μόλις 20 χρονών όταν ζωγράφισε αυτό το έργο, ο τρόπος που απεικονίζει τον εαυτό του δείχνει έναν κάτωχρο, λιπόσαρκο και «εύθραυστο» άνθρωπο που μοιάζει μεσήλικας σε αντίθεση με ό,τι θα περίμενε κανείς από έναν νέο άνδρα στο ξεκίνημα της καλλιτεχνικής του διαδρομής. Ένα φάσμα σκοτεινών και θαμπών μπλε αποχρώσεων κατακλύζουν το βασικό θέμα του πίνακα καθώς και το φόντο ενώ την ίδια στιγμή στο πρόσωπό του κυριαρχεί ένα παγωμένο γαλάζιο, στο παλτό του ένα βαθύ μπλε του κοβαλτίου και στα μάτια του ένα μπλε εντυπωσιακά σκούρο. Μια βαθιά μελαγχολία πηγάζει συνολικά από αυτό το πορτραίτο: πρόκειται για έναν καλλιτέχνη που είναι απόκληρος της κοινωνίας. Η χρήση του μπλε χρώματος από τον Πικάσο ώστε να εκφράσει τον πόνο και την απελπισία του  εντοπίζεται σε αρκετές πηγές. Είχε επηρεαστεί από τους Συμβολιστές ζωγράφους, όπως ο Πολ Γκογκέν, ο οποίος με την χρήση μπλε αποχρώσεων εξερεύνησε θέματα όπως το ανθρώπινο πεπρωμένο. Ας δούμε, για παράδειγμα, το έργο του Γκογκέν Από πού ερχόμαστε; Τί είμαστε; Πού πάμε; (1897) , όπου κυριαρχούν το βαθυγάλανο και το κυανό. Ο Πικάσο επίσης έλκονταν από το έργο των Ρομαντικών συγγραφέων, όπως ο Αλφρέ ντε Βινύ με τις ιστορίες του για ποιητές με τραγικές ζωές. Όπως επισημαίνει ο Robinson, ο κεντρικός ήρωας στην νουβέλα του Βινύ Stello είναι ένας χαρισματικός ποιητής «ευνοημένος από τα άστρα» που όμως βασανίζεται από τους «μπλε δαίμονες» της ανίας.

Οι περιθωριακοί έγιναν το αγαπημένο θέμα του Πικάσο κατά την διάρκεια της Μπλε Περιόδου του, όπου-εκτός από καλλιτέχνες- περιλαμβάνονταν και πόρνες, μέθυσοι, άστεγοι και κάθε λογής άνθρωποι που βίωναν τη ζωή με όλες τις δυσκολίες της. Στα έργα του Μητέρα και παιδί δίπλα στο πηγάδι (1901) και Η κοιμισμένη πότρια (1902) ο Πικάσο εστιάζει σε δύο μοναχικές, μίζερες γυναικείες φιγούρες. Και οι δύο αποτέλεσαν έμπνευση αφού επισκέφθηκε τις γυναικείες φυλακές του Saint Lazare, όπου οι κρατούμενες συχνά έπασχαν από αφροδίσια νοσήματα. Τα λυγισμένα κορμιά και οι μπλε αποχρώσεις υποδηλώνουν τις καθημερινές κακουχίες, όμως ο Πικάσο με τα πανωφόρια που τις ντύνει στους πίνακές του ανυψώνει το μαρτύριό τους κάνοντάς τες να θυμίζουν την Παρθένο Μαρία. Άλλα έργα όπως Η γυναίκα που σιδερώνει (1901) δείχνουν πάμφτωχους ανθρώπους να εκτελούν πεζές και καθημερινές δραστηριότητες. Οι ακαδημαϊκοί ισχυρίζονται ότι ο Πικάσο είχε κι άλλο ένα κίνητρο για τα έργα αυτά της νεανικής του περιόδου: ήθελε να δείξει την κακομεταχείριση της εργατικής τάξης κατά τη διάρκεια της Βιομηχανικής Επανάστασης.
Ο πιο διάσημος από τους πίνακες εκείνης της περιόδου είναι Η Ζωή (1903) όπου ο Πικάσο επιστρέφει στο θέμα του μόχθου του καλλιτέχνη και βάζει το κοινό μέσα στο στούντιο που δημιουργεί τους πίνακες του. Όπως αποκαλύφθηκε από ειδική επεξεργασία στον πίνακα, σε παλιότερες εκδοχές του η κεντρική μορφή του πίνακα ανήκει στον ίδιο τον Πικάσο, εντούτοις η τελική απεικόνιση δείχνει τον Κασαχέμας. Είναι γυμνός εκτός από ένα ύφασμα στην περιοχή της μέσης και μια γυναίκα τον αγκαλιάζει σφιχτά ενώ και οι δύο κοιτούν μια μητέρα με το παιδί της. Στο φόντο παρατηρούμε δύο καμβάδες με κουλουριασμένα κορμιά. Κάθε στοιχείο αυτού του πίνακα προσδίδει μια εύθραυστη αδυναμία. Ο καλλιτέχνης καταφέρνει να αποδώσει τις διαφορετικές όψεις των προβλημάτων του σε ένα κ μόνο πίνακα: φτώχια, βαθιά μελαγχολία, δημιουργική αγωνία και θρήνος για αυτούς που χάθηκαν όπως ο Κασαχέμας. Ένα άλλο πολύ σημαντικό εύρημα από την ειδική επεξεργασία του πίνακα με ακτίνες Χ ήταν ότι ο πίνακας Η Ζωή (1903) δημιουργήθηκε πάνω από ένα παλιότερο έργο του που ονομαζόταν Οι τελευταίες στιγμές, εμπνευσμένο από τον θάνατο της αδερφής του.
Πιθανώς, ενώνοντας αυτές τις ποικίλες σπαρακτικές στιγμές, ο Πικάσο έφτανε και στα τελευταία στάδια επεξεργασίας της θλίψης του. Πράγματι, λίγο μετά το τέλος του έργου Η Ζωή, μετακόμισε στο Παρίσι και αναδύθηκε από την μπλε περίοδό του – μεταβαίνοντας σε μια γκάμα ευχάριστων απαλών ροζ αποχρώσεων. Όπως ο ίδιος αργότερα εξήγησε, «Τα χρώματα, όπως και τα φτερά, ακολουθούν τις μεταβολές των συναισθημάτων».

 

 

Η Αλέξα Γκοτχαρντ είναι συντάκτης του Artsy.

 

Εικόνα: https://www.masterworksfineart.com/artists/pablo-picasso/blue-period



Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram