25 Φεβ ΠΕΤΡΑ ΣΕ ΛΙΜΝΗ | Μέρος Β’
Το βράδυ μετά το δείπνο πέρασε να ιδή τους δικαστικούς. Ήταν μαζεμένοι σε καφενείο έρημο, με τρύπιο μπιλιάρδο, ώστε να μην έχουν καμμιά επαφή με την κοινωνία. Έτσι τους ήθελε το κράτος. Βρήκεν εκεί τον εισαγγελέα και δυο πρωτόδικες. Η μικρή επαρχία τους είχε ψήσει σε φωτιά μεσαιωνική με την ερημιά της, μα αυτοί, από αντίσταση, διατηρούσαν δροσερό το πνεύμα των. Μια από τις σπάνιες εκδικήσεις των για τη ζωή των στα κατσάβραχα ήταν η αποψινή των συνομιλία… Κρυφομιλούσαν για γυναικείες ιστορίες. Κανένας δεν υποπτευόταν το πυκνό δάσος της Αρκαδίας, που πρασίνισε για λίγη ώρα στην άθλια εκείνη γωνιά του καφενείου! Μα, στη στιγμή, ή φανταστική πρασινάδα χάθηκε κ’ οι γυμνές νεράιδες κ’ οι σάτυροι έφυγαν έντρομοι, μόλις φάνηκεν ο κ. Νικόδημος. Άνοιξε την πόρτα και χαιρέτησε, ανύποπτος για τον πανικό που έφερε.
— Μου στείλατε μια κλήση; είπε στον εισαγγελέα.
— Κλήσιν! Α, ναι, για την υπόθεσιν του… Σας επρότεινεν ο κατηγορούμενος για μάρτυρα, είπεν εκείνος κοιτάζοντάς τον με τα δικαστικά γυαλιά του. Αυτή η βρωμοϋπόθεσις θα μας ξυπνήση λίγο.
— Αλήθεια;
— Μα βέβαια, έχει σκάνδαλον! Θάχωμε πιένα!
Ήταν ο κ. Νικόδημος έφτασε στο κακουργιοδικεϊο την ημέρα της δίκης και είδε μεγάλο συνωστισμό στη θύρα, του παρουσιάστηκε ζωντανή η εικόνα που είχε φανταστή στον ιστορικό του εκείνο περίπατο.
Να την η κοινωνία! Όπως τη φαντάστηκε! Η κοινωνία ακροατήριο! Στριμωγμένη, στεκούμενη στα νύχια, ήρθε να δώση το δίκαιο και το άδικο, την κατηγορία και τον έπαινο, την ακοή της και την κατάπληξη. A, αυτή είναι!
Γι’ αυτή παλέβουν όλοι! Για την προσοχή της ζούνε και πεθαίνουν. Μα, έννοια σου, κ’ είναι τέλεια προετοιμασμένος να τη συγκινήση… Όλα τα άρθρα που δεν έγραψε στην «Ασπίδα» κ οι λόγοι που δεν άστραψαν στη δικηγορία του θα μπουν στην κατάθεσή του —χτυπητή, λαμπερή, σφυροκοπημένη με υπομονή σα μαχαιρίδιο. Φορούσε μιαν απίθανη ρεντιγκότα, ρούχο που είχε ιδή τις πιο επίσημες κηδείες και τελετές του τόπου. Το ψηλό του κολάρο, σφιγμένο προσεκτικά με λαιμοδέτη που είχεν ανήσυχα στίγματα, του προετοίμασε μιά ολόρθη κεφαλή Ρωμαίου. Το μπαστούνι του ήταν της Κυριακής.
Έτσι ντυμένος, βημάτιζε νευρικά έξω απ’ το δικαστήριο, περιμένοντας τη βροντερή φωνή του κλητήρα «Νικήτας Νικόδημος!» ως τις δυο που έγινε διακοπή. Το απόγεμα ήταν ο πρώτος που ξανάρθε. Και πάλι γύριζε τις αδιάκοπες βόλτες του, ενώ η δίκη ξανάρχισε και, στο διάστημα τούτο, ο νους του σφυροκοπούσε πάντα την κατάθεση, ώστε να τη φέρη στο απροχώρητο της ορμής και της συμμετρίας. Κι άκουγε από μέσα του τον κώδωνα που μάλωνε διαρκώς και τη φωνή του προέδρου: «Να περιορισθήτε εις το θέμα, σας επαναλαμβάνω — όχι, αυτά δεν έχουν σχέσιν!—γνωρίζομεν την δικονομίαν όσον και σεις — θα εκκενώσω την αίθουσαν — χωροφύλαξ!» Και μεγάλη ηδονή τον πλημμύριζε για το ενδιαφέρον της δίκης, το οποίον σε λίγο, μ’ αυτόν, θα φτάση στο ζενίθ. Έξαφνα, καθώς κρατούσε το ρολόγι στην παλάμη του και κοίταζε την ώρα — θα ήταν έξη απάνω κάτω —, είδε φίλο του δικηγόρο να βγαίνη από την πόρτα αψηφώντας το συνωστισμό.
– Ε! Δεν είμαστε για τον περίπατο, κύριε Νικήτα;
— Είμαι μάρτυς, απάντησε.
— Μάρτυς; Μα δεν άκουσες; Προ πέντε λεπτών η υπεράσπισις παρητήθη των λοιπών μαρτύρων…
— Τι; Πώς; Τι είπες; ρώτησεν ο αποτυχημένος.
Κ’ έκαμεν αλλόκοτο πήδημα προς την πόρτα.
Σε λίγο σκοτείνιασε. Απάνω απ’ τη μικρή πόλη που κοιμάται, το βουνό σήκωσε την πελώρια καμπούρα του. Και πάλι ήρθαν οι άλλες μέρες κ’ οι άλλες νύχτες και ξανάγιναν όσα και πριν. Δεν εμάθαμε το υπόλοιπο της ιστορίας του κ. Νικήτα Νικόδημου.
Μέρος Α’: http://www.lecturesbureau.gr/1/stone-in-lake-part-a-681a/
Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Διηγήματα