Έτσι το πήραμε απόφαση να φύγουμε

Έτσι το πήραμε απόφαση να φύγουμε

Η ζωή στο χωριό είχε αρχίσει να χαλνάει. Οι περισσότεροι είχαν κλειστεί στα σπίτια τους, πίσω από τις ψηλές μάντρες, και κοιτούσαν μόνο τα συμφέροντά τους. Τα πρόσωπά τους είχαν γεμίσει κακία και μίσος και κοιτούσαν πλαγίως αυτούς που τα κατάφερναν και πήγαιναν μπροστά. Είχαν αρχίσει κιόλας να κάνουν στα τυφλά δολιοφθορές και σε μια στιγμή να καταστρέφουν στα μουγκά περιουσίες που ήθελαν χρόνια και χρόνια να φτιαχτούν. Έτσι και σ’ εμάς έβαλαν στο μάτι τις κυψέλες με τα μελίσσια που είχε ο άντρας μου πέρα στη μεγάλη καρυδιά, και μια νύχτα του χειμώνα που όλες οι μέλισσες ήταν μέσα, πήγαν και έβαλαν μπαρούτι στις κυψέλες, και τις μπαρούτιασαν. Ο άντρας μου κόντεψε να τρελαθεί. Αυτό ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Με άρπαξε από το μπράτσο και μου είπε: «Μακριά από δω! Μακριά από δω! Έτσι το πήραμε απόφαση να φύγουμε και να έρθουμε στην πόλη. Δεν μας σήκωνε πια το κλίμα στο χωριό, που είχε αρχίσει να μυρίζει ζηλοφθονία και καταστροφή.
Αχ, και να ‘ξερα γράμματα!
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΙΩΤΗΣ



Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram