fbpx

Ernest Hemingway: Ζωή σαν μυθιστόρημα (ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΟΥΛΑΣ)

Ernest Hemingway: Ζωή σαν μυθιστόρημα (ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΟΥΛΑΣ)

Στις 2 Ιουλίου του 1961, λίγες μέρες μετά την έξοδο του από την κλινική Mayo, όπου νοσηλευόταν με βαριά μανιοκατάθλιψη, και ενώ βρισκόταν στο σπίτι του στο Ketchum, ο Έρνεστ Μίλερ Χέμινγουεϊ ή Papa, όπως τον αποκαλούσαν, αποφάσισε να βάλει τέρμα στη ζωή του. Έστρεψε το περίστροφό του στο κεφάλι και αυτοκτόνησε. Όπως ακριβώς είχε κάνει ο πατέρας του αρκετά χρόνια πριν, όπως έκαναν αργότερα και άλλα μέλη της οικογένειας. Η εγγονή του, Μαργκό Χέμινγουεϊ, την ίδια ακριβώς μέρα, το 1996. ‘Οπως είχαν κάνει νωρίτερα και τα δύο αδέρφια του. Στα 62 χρόνια που έζησε, πρόλαβε να γευτεί όσα άλλοι θα χρειάζονταν τρεις ζωές, για να τα ζήσoυν.

Τα αντιφατικά πρώτα χρόνια

Γεννημένος στο σπίτι που έχτισε ο παππούς του, του οποίου το όνομα πήρε, στο 439 της Oak Park Avenue, στο Illinois, στις 21 Ιουλίου του 1899, γιος μιας οικογένειας με έξι παιδιά, μεγάλωσε με σχετική ευπορία. Ο πατέρας του γιατρός και η μητέρα του πρώην τραγουδίστρια της όπερας, συνήθιζαν να τον ντύνουν με χαριτωμένα φορέματα μέχρι τα δύο του χρόνια, κάτι που συνηθιζόταν πολύ στα αγοράκια των αρχών του αιώνα στην Αμερική. Πολλοί λένε, μάλιστα, ότι έτσι ντυμένος έμοιαζε καταπληκτικά με τη δίδυμη αδερφή του και πως οι εμμονές της μητέρας του και ο ευνουχισμός του πατέρα μέσα στο σπίτι τον έφτασαν στα όρια της ομοφυλοφιλίας, σύμφωνα με βιογράφους του, τηv οποία εξόρκισε με έναν απόλυτα αρσενικό τρόπο ζωής

Αν κάτι χαρακτήρισε τα παιδικά του χρόνια, ήταν οι αυστηρές προτεσταντικές αρχές, κυρίαρχο στοιχείο της περιοχής, και οι συχνές συγκρούσεις των γονιών του μπροστά στα παιδιά, που ο ίδιος παραδέχτηκε αργότερα ότι τον σημάδεψαν. Βιογράφοι του αναφέρουν πως εικάζεται, μάλιστα, ότι ο πατέρας του άρρωστος και ανήμπορος στο τέλος της ζωής του στην πραγματικότητα δεν αυτοκτόνησε, αλλά ζήτησε από τη γυναίκα του να τον πυροβολήσει στο κεφάλι και κείνη το έκανε. Με τον πατέρα του, πάντως, είχε μια ισορροπημένη σχέση και από κείνον αγάπησε το ψάρεμα και το κυνήγι, αφού περνούσαν ατέλειωτες ώρες μαζί στα δάση και στη λίμνη του Mitchigan, εκεί που η οικογένεια διατηρούσε εξοχικό. Η φύση καθόρισε από τότε η ζωή του και την αποζητούσε, ακόμη και όταν έμενε σε πόλεις σαν το Σικάγο, το Τορόντο ή το Παρίσι. Αντίθετα με τη μουσική, που δεν συνδέθηκε ποτέ μαζί της, παρά τις απέλπιδες προσπάθειες της αυταρχικής μητέρας του να τον μάθει να διαβάζει παρτιτούρες. Το ποδόσφαιρο, το κολύμπι, το μπάσκετ και το τένις θα πλαισιώσουν τα εφηβικά του χρόνια, ενώ λίγο αργότερα θα προστεθεί και η πυγμαχία, που του χάρισε και έναν σοβαρό τραυματισμό στο μάτι. Για κείνα τα χρόνια μίλησε και έγραψε συχνά, όπως στα διηγήματα με τίτλο «Στους καιρούς μας», όπου αναφέρεται σε πολλά περιστατικά από το ασφυκτικό οικογενειακό του περιβάλλον, τα οποία υπήρξαν καθοριστικά για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του.

Η περιπετειώδης ενηλικίωση

Αμέσως μετά το σχολείο, εκδηλώνει την επιθυμία να καταταγεί στον στρατό, αλλά η όρασή του δεν του το επιτρέπει και έτσι, χάρη στον θείο του Τyler, πιάνει δουλειά σε µια εξαιρετική εφηρερίδα του Κansas την «City Star». Η εμπειρία, χρησιμότατη. «Εκεί, πήρα τα καλύτερα μαθήματα της ζωής µου για το γράψιμο: απλές λέξεις, κοφτές φράσεις, λιτότητα» ομολόγησε – χρόνια μετά. Η εφημερίδα τον έστειλε στο Παρίσι αρχικά και μετά στο Μιλάνο, να παρακολουθήσει τον πόλεμο. Μια αυστριακή βόμβα τον τραυμάτισε θανάσιμα. «Άκουσα έναν μεγάλο θόρυβο, νόμισα ότι ήμουν νεκρός και μετά κάτι μπήκε στο σώμα µου. Ξαναβρήκα τις αισθήσεις µου, πέταξα μακριά ό,τι µε είχε σκεπάσει και ήμουν πάλι ζωντανός» διηγήθηκε και οι ιταλοί γιατροί αφαίρεσαν από τα πόδια του περισσότερα από διακόσια θραύσματα της οβίδας. Στο νοσοκομείο, γνωρίζει τον πρώτο μεγάλο έρωτα της ζωής του, τη νοσοκόμα Agnes von Kurowsky, µε την οποία λέγεται ότι έκανε έρωτα στο κρεβάτι του πόνου, αν και ο ίδιος υποστήριξε πως η πρώτη γυναίκα που κοιμήθηκε μαζί της, ήταν η μετέπειτα γυναίκα του. Η νοσοκόμα, που τον αποκαλούσε στα γράμματά της «Αγαπητό µου παιδί», απορρίπτει λόγω ηλικίας τις αλλεπάλληλες προτάσεις γάμου, διαλέγοντας έναν ιταλό αριστοκράτη, και έτσι εκείνος παίρνει στα δεκαοκτώ τον δρόμο της επιστροφής, περιλαμβάνοντας αργότερα αυτή την ερωτική ιστορία του στο περίφημο «Αποχαιρετισμός στα όπλα». Στο πατρικό του, τον φροντίζουν και τον πιέζουν για επαγγελματική αποκατάσταση. Εκείνος, όμως, ξεκοκαλίζοντας τηv πολεμική αποζημίωση των 1.000 δολαρίων, σκέφτεται διαφορετικά το μέλλον και αποτυπώνει τις σκέψεις του, σε ένα διήγημα, που λέγεται « Το σπίτι του στρατιώτη». Σε µια διάλεξή του για τον πόλεμο, τον άκουσε η σύζυγος ενός βιομηχάνου µάλλινων ειδών από τον Καναδά και του πρότεινε να την ακολουθήσει, για να βοηθήσει τον γιο της να ξεψαρώσει, καθώς η ίδια τον θεωρούσε μαλθακό. Σε αντάλλαγμα, του πρόσφεραν µια άνετη ζωή και µια δουλειά στην εφημερίδα «Τoronto Daily Star». Για δεύτερη φορά, ερωτεύεται µια μεγαλύτερη γυναίκα, την Hadley Richardson, την οποία παντρεύεται, και πηγαίνουν να ζήσουν στο Παρίσι. Το μυθικό Παρίσι του ’20, µε την κορυφαία γενιά λογοτεχνών, ζωγράφων και διανοουμένων. Με τον Ezra Pound, τον James Joyce, τηv Gertroude Stein, τον Scot Fitzerald, τον Miro και τον Ρίcasso. Για τα χρόνια του εκεί, έγραψε αργότερα: «Αν έχεις ζήσει στο Παρίσι ως νέος, οτιδήποτε και αν κάνεις στο υπόλοιπο της ζωής σου, το Παρίσι μένει μαζί σου σαν µια μετακινούµενη γιορτή».

Η γοητεία της γραφής

Η εφημερίδα του τον στέλνει παντού στην Ευρώπη. Στην Ελβετία, στην Ισπανία, στην Ελλάδα και τηv Τουρκία. Εδώ έρχεται το 1922 – ’23, για να καλύψει τον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Ταξιδεύει παντού. Στην Κωνσταντινούπολη, στη Θράκη. Γράφει για τον ξεριζωμό των Ελλήνων, για εικόνας τρομακτικές. Περιγράφει τους έλληνες στρατιώτες, τα κορίτσια στα χωριά. Συγκινείται. Επιστρέφει στο Παρίσι, η γυναίκα του είναι έγκυος, το πρώτο παιδί γεννιέται στην Αμερική. Η Ευρώπη, όμως, τον καλεί, όπως και οι διάσημοι φίλοι του, που διψούν να μυηθούν στον κοσμοπολιτισµό του και σε όσα εκείνος μπορεί να τους διδάξει. Από µποξ µέχρι ψάρεµα. Αλλά και κείνοι δεν τον αφήνουν παραπονεμένο.

Τα πιο λαμπρά πνεύματα της εποχής τού μαθαίνουν τα μυστικά της γραφής. Ρουφάει τα πάντα και μαθαίνει γρήγορα. «Κανένας άνθρωπος µε ταλέντο, που νιώθει και γράφει αληθινά για όσα έχει να πει, δεν μπορεί να αποτύχει και να µη γράψει καλά» ισχυρίζεται. Οι δάσκαλοί του ενθουσιάζονται. Τον θεωρούν ξεχωριστό φίλο. Αποφασίζει να παραιτηθεί από τηv εφημερίδα και παλεύει να εκδώσει τις ιστορίες του. «Οι απαντήσεις έρχονται αρνητικές, οι καιροί είναι δύσκολοι κι εμείς φτωχοί» έλεγε αργότερα. Μια ατυχία τού στοίχισε τότε αρκετά. Η γυναίκα του ερχόταν να τον δει στη Λοζάνη, φέρνοντας σε µια βαλίτσα όλα τα έργα που είχε γράψει µέχρι τότε σε χειρόγραφα και δακτυλόγραφα. ‘Οµως, η βαλίτσα κλάπηκε στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λιόν και ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της σύγχρονης ιστορίας της λογοτεχνίας – τι απέγιναν, δηλαδή, αυτά – παραμένει µέχρι και σήμερα άλυτο. Έτσι ξεκίνησε από την αρχή. Με σύνθηµα όλων των bon viveurs της Ευρώπης, εκείνη την εποχή, την καλή ζωή, τον έρωτα, το ποτό, τα ταξίδια και τηv περιπέτεια, ο µεσοπόλεµος, ακόµη και µε τις δυσκολίες του, έµοιαζε παράδεισος. Το δεύτερο παιδί γεννήθηκε, ενώ σε ένα ταξίδι στην Αυστρία γνωρίζει την Pauline Pfeiffer, συντάκτρια µόδας στη «Vogue» και στο «Vanity Fair». Φυσικά, µεγαλύτερή του σε ηλικία. Η γυναίκα του αποδέχεται τη σχέση, γίνονται φίλες και ερωτικό τρίγωνο. Κάποια στιγµή, όµως, κουράζεται από τη µόνιµη διεκδίκηση και τον εγκαταλείπει. Πριν εγκαταλείψει και ο ίδιος, όµως, τηv Ευρώπη, περνά δύσκολες µέρες µε τους φίλους και µέντορές του, γυρίζοντάς τους τηv πλάτη, σαρκάζοντας τη γραφή τους και, κυρίως, αρνούµενος κατηγορηματικά µε δηλώσεις του πως όλοι αυτοί τον επηρέασαν στο παραµικρό. Μερικοί, όπως η Γερτρούδη, παρέµειναν φίλοι του µέχρι το τέλος. Άλλοι, όπως ο Σκοτ Φιτζέραλντ, τον άκουσαν να τους παρατηρεί αυστηρά, όπως όταν ο τελευταίος έγραψε το «Τρυφερή είναι η νύχτα» και ο Χέµινγουεϊ τον παρότρυνε να γράφει πιο αληθινά και όχι παρασυρόµενος από συναισθήµατα. Με τον ‘Εζρα Πάουντ πέρασε διάφορες φάσεις, όταν εκείνος συντάχθηκε µε τους ιταλούς φασίστες, αλλά τον βοήθησε σε χρόνια δύσκολα για τηv υγεία του.

Τα χρόνια της ωριμότητας

Το 1928, εγκαταλείπει μαζί με τη νέα του σύντροφο την Ευρώπη και εγκαθίστανται για μια δεκαετία στο περίφημο Key West της Florida. Είναι το νησί του πειρατή Morgan, που βρέχεται από το Golf Stream, που δροσίζει τις υγρές μέρες και βρίσκεται μόλις 150 χιλιόμετρα από την Αβάνα. Με μοναδικά ηλιοβασιλέματα, ισπανικά φρούρια, καρχαρίες. Εκεί, βρισκόταν το θαυμάσιο, αποικιακού ρυθμού σπίτι του στο 907 της Whitehead Street, εκεί και το αγαπημένο του μπαρ «Sloppy Jοe». Εκεί, περνούσε άπειρες ώρες, ψαρεύοντας ή κυνηγώντας ελάφια. Εκεί, έγραψε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του. Το «Αποχαιρετισμός στα όπλα», το «Θάνατος το απόγευμα» και ξεκίνησε το «Για ποιον χτυπάει η καμπάνα» . Στις υγρές και ζεστές μέρες, δούλευε ασκητικά άπειρες ώρες, απομονωμένος. «Δεν δουλεύω ποτέ τη νύχτα. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις σκέψεις της μέρας και της νύχτας. Η δουλειά που κάνεις τη νύχτα, πρέπει αναγκαστικά να ξαναγίνει τη μέρα. Όταν γράφω, το κάνω για τα καλά» εξομολογούνταν τότε σε συνεντεύξεις του. Στο Key West, φιλοξένησε και μερικούς από τους φίλους που του είχαν απομείνει από τα χρόνια του Παρισιού. Στα 1928, γεννιέται ο γιος τους, αυτοκτονεί ο πατέρας του, τον οποίο είχε συναντήσει στα τελευταία του, και γράφει μικρές καθημερινές αλήθειες για τη ζωή, που όλες μαζί συνθέτουν ένα μεγαλειώδες έργο: «Δεν υπάρχουν κανόνες στο γράψιμο. Άλλες φορές, έρχεται απλά και τέλεια. Άλλες πάλι, είναι σαν να σμιλεύεις τα βράχια και μετά να τα ανατινάζεις. Θέλω να κριθώ ως συγγραφέας και για τίποτε άλλο». Στα 1931, γεννήθηκε ο δεύτερος γιος τους, ο Gregory, που περιέγραφε τον πατέρα του ευγενικό, κύριο, που, αν και όλοι τον αποκαλούσαν Πάπα, εκείνος μονάχα αγάπη απέπνεε και καθόλου φόβο. Στα 1933, ο θείος της γυναίκας του τους κάνει δώρο ένα σαφάρι στην Αφρική. Ο Έρνεστ ετοιμαζόταν εβδομάδες γι’ αυτό και η Αφρική τον συνάρπασε. Τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις και τη μανία του με το κυνήγι περιέγραψε στο «Εsquire», όπου αρθρογραφούσε τότε, και πολλοί επικριτές του τον κατηγόρησαν ότι έκρυβε βάρβαρα ένστικτα. Ο ίδιος απαντούσε πως δεν υπάρχει καλύτερο κυνήγι στη ζωή από το κυνήγι ενός οπλισμένου άντρα και, αν το έχεις δοκιμάσει μια φορά, όλα τα υπόλοιπα σου φαίνονται επίπεδα. Το «Χιόνια του Κιλιμάντζαρο» είναι το πιο γνωστό βιβλίο από τις περιηγήσεις του στην Αφρική και καθρεφτίζει το όνειρο του συγγραφέα να φτάσει μέχρι το τέλος και να δει, περνώντας τη Σαβάνα, το «μεγαλειώδες, ψηλό και απίστευτα άσπρο βουνό στον ήλιο».

Η δεύτερη πατρίδα

Η πρώτη φορά που είδε ταυρομαχίες, ήταν το ’23 και του φάνηκε αληθινή τραγωδία το τέλος του ζώου. Ξαναπήγε στην Ισπανία στα χρόνια του Εµφύλιου, το ’36. Λίγο πριν, είχε γνωρίσει τη Martha Gellhom, δημοσιογράφο και συγγραφέα. Συναντήθηκαν σε ένα µπαρ, έγινε φίλη της γυναίκας του και, τελικά, τον ακολούθησε στον πόλεμο. Την παντρεύτηκε, τέσσερα χρόνια αργότερα. Στον Ισπανικό Εμφύλιο, υποστήριξε ένθερµα τους δημοκράτες, προσφέροντας ακόµη και µέρος της προσωπικής του περιουσίας για αγορά φαρμακευτικού υλικού. Μαζί µε τη γυναίκα του, έζησαν τα χρόνια του πολέµου και, τα Χριστούγεννα του ’40, αγόρασαν το σπίτι Finca Vigia έξω από την Αβάνα, που θεωρούσε σπίτι του µέχρι το τέλος. Ήταν τα χρόνια του «Pilar», του µικρού πλοίου που είχε για ψάρεµα ανοιχτά της Κούβας, τα χρόνια του Floridita µε τα ατέλειωτα µεθύσια µε Daquiri, τα χρόνια που οι Κουβανοί τον λάτρεψαν. Με τη γυναίκα του ταξίδεψε στην Κίνα, για να καλύψουν τον Σινοϊαπωνικό Πόλεµο, ενώ ο γάμος τους τέλειωσε εν µέσω του Δευτέρου Παγκοσμίου. Βρέθηκε στην Ευρώπη για µια σειρά ομιλίες και γνώρισε τη Mary Welsh, ανταποκρίτρια του «Time», την οποία ερωτεύτηκε, πήρε µαζί του και παντρεύτηκε στην Κούβα. Άρχισε να γράφει το “Ο Γέρος και η Θάλασσα”, έναν ύµνο στον αγώνα του ανθρώπου απέναντι στη φύση. Γραµµένο µε απλά λόγια, το αριστούργημά του περιγράφει µοναδικά τη φύση και τη θάλασσα ως τόπο καταγωγής και εξορίας, ταυτόχρονα. Αποσπάσµατα του βιβλίου δηµοσίευσε το «Life» και η ιστορία του ψαρά, που παλεύει µε τους καρχαρίες για έναν ξιφία επί τέσσερις µέρες, συναρπάζει το κοινό. Ο ίδιος εκμυστηρεύεται: «Είναι ό,τι καλύτερο έγραψα στη ζωή µου. Ένας επίλογος σε ό,τι έχω γράψει και έχω µάθει ή προσπάθησα να µάθω, γράφοντας ή προσπαθώντας να ζήσω. Θα εξοργίσει τους κριτικούς που λένε ότι γράφω µονάχα για τον εαυτό µου και τις εμπειρίες µου». Το «Life» έκανε τις µεγαλύτερες πωλήσεις της ιστορίας του.

Εκείνη τη χρονιά, βραβεύτηκε µε Πούλιτζερ και συνέχισε τη ζωή του στην Κούβα, λίγο πριν τον εγκαταλείψει η γυναίκα του, κάτι που του στοίχισε πολύ. Ένας από τους ανθρώπους που τον συντρόφευσαν εκείνα τα χρόνια, ο Gregorio Fuentes, καπετάνιος στο πλοίο του, έλεγε πως ποτέ δεν συνάντησε έναν άνθρωπο µε τέτοια καρδιά. Στο σπίτι του, στο Cojimar, υποδεχόταν σπουδαίους φίλους, όπως ο Spencer Τracy, η Ava Gardner και άλλοι, που υποδύθηκαν τους ήρωες των ταινιών του. Ο κουβανέζικος λαός τον λάτρεψε. Τα µεσηµέρια του στο La Bodeguita del Medio, τα βράδια του στα σαλόνια του «National» µε τους επώνυµους Αµερικάνους παραµένουν θρυλικά. Τα περιοδικά στην Αµερική του αφιερώνουν ύµνους και τουρίστες φτάνουν στην Αβάνα, για να δουν από κοντά το µυθικό του σπίτι στον λόφο µε θέα την Αβάνα. Ο ίδιος εµφανιζόταν µόνο για τους φίλους του ή για να αγοράσει τους «Illustrated London News» και να πληροφορηθεί τι συµβαίνει στην αγαπηµένη του Ευρώπη.

Η διάκριση

Το Νόµπελ λογοτεχνίας ήρθε το 1954. Βρισκόταν σε ένα σαφάρι στην Ουγκάντα και το αεροπλάνο, στο οποίο επέβαινε, έπεσε µέσα στη ζούγκλα. Φήµες για τον θάνατό του έφτασαν µέχρι τη Στοκχόλμη, όµως ο ίδιος στον λόγο της αποδοχής του περιέγραψε, έστω και από µακριά, την αγωνία του συγγραφέα. «Δεν υπάρχει πιο µοναχική στιγµή για έναν άνθρωπο από τη στιγµή της συγγραφής ‘Ισως µονάχα η αυτοκτονία. Δεν υπάρχει πιο ευτυχισμένος και εξοντωµένος άνθρωπος από τον συγγραφέα, που τελειώνει κάτι που έχει γράψει καλά. Μονάχα που µπροστά του υπάρχει πάντα ένα πρωί, όπου πρέπει να ξανακάνει το ίδιο. Υπάρχει πάντα ένα πρωινό». Η παγκόσµια κριτική, που συχνά τον αμφισβήτησε, άρχισε καθολικά να µιλά για τον κορυφαίο αµερικανό συγγραφέα της εποχής του και ίσως του αιώνα. Τον ονόµασαν δίκαια storyteller, που εφηύρε ένα από τα πιο διακριτικά στιλ πρόζας της αγγλικής γλώσσας. Δημιούργησε ήρωες- αρχέτυπα της ανθρώπινης συµπεριφοράς, περιέγραψε µοναδικά τη διαδροµή των πραγµάτων από το υποσυνείδητο προς το φως, τον τρόπο που τα αντικείµενα της φύσης γίνονται σύµβολα. «Δεν είχα καµιά επιθυµία να γίνω εκατοµµυριούχος ή πλούσιος. Απλώς, προσπάθησα να κάνω κάτι κοντά στα επιστηµονικά ενδιαφέροντα του κόσµου αυτού». Έµεινε στην Κούβα τα πρώτα χρόνια της επανάστασης, υπήρξε στενός φίλος του Κάστρο, όµως, όταν τα πράγµατα άρχισαν να δυσκολεύουν, επέστρεψε στις Ηνωµένες Πολιτείες. Άλλωστε και η υγεία του ήταν πια εξαιρετικά επιβαρυμένη. Η τελευταία γυναίκα που παντρεύτηκε, ήταν η δημοσιογράφος Merry Wells, που υπέφερε αρκετά από τις παραξενιές των τελευταίων χρόνων του και από τους έρωτές του µε νεαρές Αφρικανές ή µια Ιταλίδα δεκαεννιά χρόνων. Κυρίως, όµως, από τον ακραίο σαρκασµό του, που παλαιότερα του είχε στοιχίσει µεγάλες φιλίες και τώρα εκτονωνόταν πάνω της.

Το μοναχικό τέλος

Η κατάσταση της υγείας του δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα καλή. Από τα χρόνια του τραυµατισµού του στο µποξ και τον πόλεµο, µέχρι τα δύο αεροπορικά δυστυχήµατα, των οποίων επέζησε µε πολλά τραύµατα, βρέθηκε πολλές φορές κοντά στον θάνατο, σαν τους μεταφυσικούς ποιητές του 17ου αιώνα ή σαν τους Ματαντόρ, που στο τέλος επιβίωναν του ταύρου. Το 1960, κλείστηκε σε µια κλινική στο Rochester της Minnesota, µε µια σπάνια αρρώστια στα σπλάχνα και µε µόνιµη κατάθλιψη. Εκεί, για δύο µήνες χρειάστηκε να υποστεί ηλεκτροσόκ και, όταν τελικά βγήκε, αισθάνθηκε πως το τέλος ήταν κοντά. Ο πυροβολισµός της 2ας Ιουλίου ήταν ο επίλογος µιας ζωής, που τα είχε όλα. Δόξα, εµπειρίες, έρωτα, µοναξιά και µελαγχολία στο τέλος. Και µερική απώλεια όρασης και µνήμης από το αλκοόλ που δεν τον εµπόδιζε, όµως, να θυµάται πόσες φοράς ο ίδιος και οι ήρωές του αναµετρήθηκαν µε τον θάνατο και βγήκαν νικητές µε τον έναν ή τον άλλο τρόπο. «Ο άνθρωπος καταστρέφεται, αλλά δεν νικιέται» συνήθιζε να λέει. Αφήνοντας πίσω µια µοναδική αύρα, που ελάχιστοι άνθρωποι στον εικοστό αιώνα διέθεταν.

Γυναίκες

Με όλες υπήρξε φίλος, µέχρι τέλους. Ιπποτικός, αληθινός gentleman, συνήθιζε να τις φλερτάρει σε µπαρ, να τους µαθαίνει τα µυστικά της ζωής, που γνώριζε ο ίδιος, να τους προτείνει ταξίδια, κάνοντας τη ζωή τους συναρπαστική. Οι τέσσερις γάµοι αλλά και οι ανώνυµες που γνώρισαν τον έρωτά του στις χώρες που περιπλανήθηκε, διηγούνται µοναδικές ιστορίες από έναν άντρα συναρπαστικό, συχνά εσωστρεφή, αγχώδη και πάντα απρόβλεπτο.

Έργα του που πρέπει να διαβάσετε

Οι Χείμαρροι της Άνοιξης

Αποχαιρετισμός στα όπλα

Για όποιον χτυπάει η καμπάνα

Τα χιόνια του Κιλιμάντζαρο

Ο γέρος και η θάλασσα

Θάνατος το απόγευμα

Να έχεις και να μην έχεις

Τις επιστολές του

 

 

Πηγή: https://parallaximag.gr/parallax-view/ernest-hemingway-zoi-san-mithistorima

 

Εικόνα: https://gr.pinterest.com/pin/504895808234618013/



Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram