Μπορείς να μ’ αγαπάς;

Μπορείς να μ’ αγαπάς;

… Όμως, είδε να σκύβει πάνω του
ένας κάστορας. Ήταν ένας
μικρόσωμος κανελής κάστορας
μ’ αστεία μουσούδα, που όμως
το βλέμμα του ήταν τόσο
φωτεινό, που σαν σε κοιτούσε
νόμιζες πως λαμπύριζαν
πυγολαμπίδες στη ματιά του.
Κι είχε ένα χαμόγελο τόσο, μα
τόσο τρυφερό, που το σκιουράκι ούτε να δακρύσει
από ευγνωμοσύνη δεν
μπορούσε.
Κοιτάζονταν σιωπηλά ώρα
πολλή. Ύστερα, ο κάστορας
ρώτησε κάτι που το σκιουράκι
άπειρες φορές είχε ρωτήσει πιο
παλιά, όταν ήταν ανυποψίαστο
για όλα…
– Μπορείς να μ’ αγαπάς;
Το σκιουράκι αναστέναξε, χωρίς καθόλου λύπη.
– Φοβάμαι πως δεν μπορώ.
Δεν έχω πια καρδιά για ν’
Αγαπήσω…
– Δεν πειράζει. Αν το θες, θα
σου δώσω ένα κομμάτι απ’ τη
δικιά μου.
– Όμως, ν’ αγαπηθούμε πά’
να πει να κάνουμε μαζί ένα
δρόμο, όπως μπορούμε. Το πιο
σπουδαίο είναι να ‘μαστε οι
δυο μας, και όχι πόσο γρήγορα
θα τρέχουμε, ούτε πού θα
πάμε…
Μικρό μου σκιουράκι, αν
μπορείς να μ’ αγαπάς, θα σου
φτιάξω δεκανίκια από ξύλο
αγριοτριανταφυλλιάς. Κι αν
δε θες, θα σε μάθω να περπατάς
με τα χέρια. Κι αν κουραστείς,
θα σε πάρω αγκαλιά και θα
‘ναι πιο όμορφα, γιατί θ’
ακούω την ανάσα σου κι η
μυρωδιά σου θα μπει μέσα στο
πετσί μου και δε θα ξέρουμε αν
είσαι εσύ ή εγώ, εγώ ή εσύ, θα
‘μαστε εμείς…

 

 

ΕΡΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ;
Λιλή Λαμπρέλλη



Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram