fbpx

ΑΠΛΩΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ, ΕΝΑΣ ΜΑΥΡΟΣ ΚΥΚΝΟΣ (NASSIM NICHOLAS TALEB)

ΑΠΛΩΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ, ΕΝΑΣ ΜΑΥΡΟΣ ΚΥΚΝΟΣ (NASSIM NICHOLAS TALEB)

Ο Robert Merton ο υιός, και ο Myron Scholes υπήρξαν ιδρυτές εταίροι της μεγάλης κερδοσκοπικής εταιρείας που ονομάστηκε Long-Τerm Capital Management/Μακροπρόθεσμη Διαχείριση Κεφαλαίων ή LTCM, στην οποία αναφέρθηκα ήδη στο Κεφάλαιο 4. Επρόκειτο για μια συλλογή ανθρώπων με εξαιρετικά βιογραφικά, προερχόμενων από τις υψηλότερες τάξεις του ακαδημαϊκού κόσμου. Θεωρούνταν διάνοιες. Οι ιδέες τους περί θεωρίας χαρτοφυλακίου ενέπνεαν τη διαχείριση κινδύνων που εφήρμοζαν για όλες τις ενδεχόμενες καταστάσεις – χάρη στους εκλεπτυσμένους «υπολογισμούς» τους. Είχαν κατορθώσει να μεγεθύνουν την πλάνη του παιγνίου, μέχρις ότου έλαβε βιομηχανικές διαστάσεις.

Ύστερα, ήρθε το καλοκαίρι του 1998. Παρουσιάστηκε ένας συνδυασμός μεγάλων γεγονότων -το έναυσμα έδωσε μια χρηματοπιστωτική κρίση στη Ρωσία- που βρίσκονταν πέρα από τα μοντέλα τους. Επρόκειτο για Μαύρο Κύκνο. To LTCM χρεοκόπησε και κόντεψε να συμπαρασύρει ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθώς η έκθεση σε ζημίες ήταν τεράστια.

Επειδή ακριβώς τα μοντέλα τους απέκλειαν τη δυνατότητα μεγάλων αποκλίσεων, είχαν επιτρέψει στον εαυτό τους την ανάληψη ρίσκων τερατώδους ύψους. Οι ιδέες των Merton και Scholes -όπως άλλωστε και οι ιδέες της Σύγχρονης Θεωρίας Χαρτοφυλακίου- άρχισαν κι αυτές να χρεοκοπούν. Το μέγεθος των ζημιών ήταν εντυπωσιακό, τόσο εντυπωσιακό που δεν επέτρεπε πλέον να αγνοούμε τη διανοητική κωμωδία που παιζόταν όλον αυτόν τον καιρό. Πολλοί φίλοι, καθώς κι εγώ, πιστέψαμε ότι οι θεωρητικοί του χαρτοφυλακίου θα υφίσταντο την τύχη των καπνοβιομηχανιών: έθεταν σε κίνδυνο τις αποταμιεύσεις του κόσμου, οπότε δεν θα αργούσαν να απολογηθούν για τις συνέπειες που είχαν οι (Γκαουσιανής έμπνευσης) μέθοδοί τους.

Όμως, τίποτε απ’ αυτά δεν συνέβη.

Αντίθετα, οι υποψήφιοι για MBA στις σχολές Διοίκησης Επιχειρήσεων συνέχισαν να μαθαίνουν τη θεωρία χαρτοφυλακίου. Και ο τύπος των options συνέχισε να φέρει το όνομα των Black-Scholes-Merton, αντί να επανέλθει στους αληθινούς του δικαιούχους, τον Louis Bachelier. τον Ed Thorpe και άλλων.
Πώς “αποδεικνύονται” τα πράγματα

Ο Merton υιός, είναι καλός αντιπρόσωπος της νεοκλασικής σχολής οικονομολόγων, η οποία, καθώς είδαμε στην περίπτωση της LTCM, ενσωματώνει με τον πιο έντονο τρόπο τους κινδύνους της Πλατωνικοποιημένης γνώσης.
Αναλύοντας τη μεθοδολογία του, βλέπω το εξής σχήμα να αναδύεται. Ξεκινάει με άκαμπτες Πλατωνικές παραδοχές, απόλυτα μη-ρεαλιστικες – όπως είναι οι Γκαουσιανές πιθανότητες, μαζί και με πολλές άλλες εξίσου ανησυχητικές. Ύστερα, παράγει «θεωρήματα» και «αποδείξεις». Τα μαθηματικά του είναι σφιχτά και κομψά. Τα θεωρήματα είναι συμβατά με άλλα θεωρήματα της Σύγχρονης Θεωρίας Χαρτοφυλακίου, τα οποία με τη σειρά τους είναι συμβατά προς άλλα θεωρήματα, ώστε έτσι να χτίζεται μια μεγάλη θεωρία σχετικά με το πώς οι άνθρωποι καταναλώνουν, αποταμιεύουν, αντιμετωπίζουν την αβεβαιότητα, δαπανούν και κάνουν προβολή στο μέλλον. Υποθέτει ότι γνωρίζουμε τις πιθανότητες των γεγονότων. Παντού κρύβεται η φρικτή λέξη ισορροπία.Όμως το συνολικό οικοδόμημα είναι σαν ένα τελείως κλειστό παιχνίδι, σαν Μονόπολη μ’ όλους της τους κανόνες.

Ένας μελετητής που θα εφήρμοζε αυτή τη μεθοδολογία μοιάζει με τον ορισμό του τρελού που έδινε ο Locke: κάποιος που «διατυπώνει ορθούς συλλογισμούς, με βάση εσφαλμένες παραδοχές».

Μην παραβλέπουμε ότι τα κομψά μαθηματικά έχουν αυτή την ιδιότητα: είναι απόλυτα ορθά, όχι κατά 99% ορθά. Αυτή τους η ιδιότητα ασκεί έλξη στα μηχανιστικό μυαλά που δεν θέλουν να χειρίζονται ασαφείς καταστάσεις. Δυστυχώς, χρειάζεται κάπου να κάνεις μια απάτη ώστε ο κόσμος να ταιριάζει με τα τέλεια μαθηματικά. Χρειάζεται επίσης να θολώσεις τις παραδοχές σου. Είδαμε πάντως με τον αφορισμό του Hardy ότι τα επαγγελματικά «καθαρά» μαθηματικά, είναι όσο έντιμα μπορούν να είναι.

Εκεί που το πράγματα χαλάνε, είναι όταν κάποιος σαν τον Merton επιχειρεί να λειτουργήσει ως μαθηματικός και απόλυτος, αντί να εστιάσει στη συμβατότητα της θεωρίας με την πραγματικότητα.

Εκεί είναι που μαθαίνει κανείς π.χ. από τα μυαλά των στρατιωτικών και όλων εκείνων που έχουν ευθύνες στον τομέα της ασφάλειας. Δεν ασχολούνται με τον «τέλειο» συλλογισμό σε περιβάλλον παιγνίων: χρειάζεται ρεαλιστικές παραδοχές ως προς το περιβάλλον. Σε τελευταία ανάλυση, εκείνο που τους ενδιαφέρει είναι οι ζωές των ανθρώπων.

Ανέφερα ήδη στο Κεφάλαιο 11 πως αυτοί που ξεκίνησαν το παιχνίδι της «τυπικής επίσημης σκέψης», δημιουργώντας ψεύτικες παραδοχές προκειμένου να γεννήσουν «αυστηρές» θεωρίες, ήταν ο Paul Samuelson (μέντορας του Merton) και στη Μεγάλη Βρετανία ο John Hicks. Οι δυο τους υπονόμευσαν τις ιδέες του John Meynard Keynes, τον οποίο προσπάθησαν να τυποποιήσουν (τον Keyes απασχολούσε η αβεβαιότητα, γι’ αυτό και παραπονιόταν για τις βεβαιότητες που γεννούσαν τα μοντέλα ως περιοριστικές της σκέψης). Άλλοι συμμέτοχοι σ’ αυτό το εγχείρημα της τυποποιημένης σκέψης ήταν ο Kenneth Arrow και Gerard Debreu. Και οι τέσσερις τιμήθηκαν με Νόμπελ. Και οι τέσσερις λειτούργησαν σε καθεστώς αυταπάτης υπό την επιρροή των μαθηματικών – εκείνου που ο Dieudonne αποκαλούσε «μουσική της λογικής», εκείνου που εγώ ονομάζω τρέλα κατά Locke. Όλοι τους μπορεί να καταγγελθούν ότι δημιούργησαν έναν φανταστικό κόσμο, έναν κόσμο κατάλληλο για τα μαθηματικά τους. Ο σκεπτόμενος επιστήμονας Martin Shuhik, ο οποίος θεωρούσε ότι η υπερβολική αφαίρεση αυτών των μοντέλων -που ξεπερνά κατά αρκετά βήματα το αναγκαίο- τα καθιστά τελείως άχρηστα, βρέθηκε απόλυτα εξοστρακισμένος, πράγμα που αποτελεί κοινή μοίρα όλων των διαφωνούντων.

Αν αμφισβητήσετε αυτό που κάνουν, όπως εγώ έπραξα με τον Merton, ζητούν να υπάρξει «αυστηρή απόδειξη». Συνεπώς εκείνοι θέτουν τους κανόνες του παιχνιδιού, με τους οποίους εν συνεχεία οφείλετε να παίξετε. Προερχόμενος από το περιβάλλον της πράξης (όπου το κύριο ζητούμενο είναι να μπορείς να δουλέψεις με άτακτα, πλην εμπειρικά αποδεκτά μαθηματικά), δεν μπορώ να δεχθώ μια προσχηματική επιστημονικότητα. Σαφώς και προτιμώ μια εκλεπτυσμένη τέχνη, που στηρίζεται σε τεχνάσματα, από μια αποτυχημένη επιστήμη που επιζητά βεβαιότητες.Ή μήπως όλοι αυτοί οι νεοκλασικοί δημιουργοί μοντέλων κάνουν κάτι ακόμη χειρότερο; Μήπως δηλαδή εμπλέκονται σ’ εκείνο που ο Επίσκοπος Huet αποκαλεί τεχνητή παραγωγή βεβαιοτήτων;

Αξίζει να το ψάξουμε.

Ο σκεπτικιστικός εμπειρισμός προωθεί την αντίθετη μέθοδο. Με απασχολούν οι βασικές παραδοχές περισσότερο από τις θεωρίες. Θέλω να ελαχιστοποιώ την εξάρτησή μου από θεωρίες, να παραμένω ευέλικτος, να περιορίσω το ενδεχόμενο εκπλήξεων. Θέλω να έχω υπό ευρεία έννοια δίκιο, παρά υπό στενή άδικο. Η κομψότητα των θεωριών συχνά αποτελεί ένδειξη Πλατωνικότητας και αδυναμίας – σε κάνει να αναζητάς την κομψότητα για χάρη της κομψότητας. Η θεωρία είναι σαν το φάρμακο (ή σαν το Κράτος): συχνά άχρηστη, κάποιες φορές αναγκαία, πάντοτε εγωκεντρική και ορισμένες φορές θανατηφόρα. Χρειάζεται λοιπόν να τη χρησιμοποιούμε προσεκτικά με μετριοπάθεια και υπό στενή παρακολούθηση εκ μέρους των ενηλίκων. ’

 

 

 

 

Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΥΚΝΟΣ
NASSIM NICHOLAS TALEB
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΡΕΝΙΚΗ

Εικόνα: “The Black Swan” by Sarbdeep Swan | https://amoraobscura.wordpress.com/2016/12/20/theblackswan/



Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram