Wolfgang Amadeus Mozart (ELIZABETH LUNDAY)

Wolfgang Amadeus Mozart (ELIZABETH LUNDAY)

H ιστορία του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ (27 Ιανουαρίου 1756 – 5 Δεκεμβρίου 1791) είναι από τις γνωστότερες στην κλασική μουσική, όμως πολλά από όσα νομίζουμε ότι γνωρίζουμε γι’ αυτόν δεν ισχύουν.

Για να καταλάβουμε τον άνθρωπο, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τον πατέρα του. Γιος βιβλιοδέτη, ο Λέοπολντ εμφανίστηκε σε βασιλικές Αυλές ως βιολιστής και φιλοδοξούσε διακαώς να ανέλθει κοινωνικά. Ήλπιζε ότι η ικανότητά του στη σύνθεση θα τον ανέβαζε, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να παίζει για τον πρίγκιπα-αρχιεπίσκοπο του Σάλτσμπουργκ.

Κατόπιν παντρεύτηκε την Άννα Μαρία Περτλ, που του χάρισε εφτά παιδιά, αν και μόνο δύο επέζησαν της βρεφικής ηλικίας: ένα κορίτσι ονόματι Μαρία Άννα, γνωστή ως Νάνερλ κι ένα αγόρι τρία χρόνια μικρότερό της, ονόματι Γιόχαν Κρίσοστομ Βόλφγκανγκ Γκότλιμπ. «Γκότλιμπ», που σημαίνει «θεϊκή αγάπη», μεταφράζεται στα λατινικά ως «Αμαντέους», σύμφωνα με τις χαλαρές γλωσσικές συνήθειες της εποχής. (Οπότε ακόμη και το βαπτιστικό άνομα του Μότσαρτ δεν είναι ακριβώς αυτό που ίσως νομίζετε.)

Ο Λέοπολντ άρχισε να διδάσκει την εξάχρονη Νάνερλ πώς να παίζει το κλαβιέ, αλλά ο τρίχρονος Βόλφγκανγκ ήταν αυτός που μπουσούλησε στο πιάνο κι άρχισε να βρίσκει ακόρντα. Ήδη από τεσσάρων ετών είχε ξεπετάξει τα μουσικά βιβλία της Νάνερλ και σύντομα έπαιζε ένα βιολί που παραήταν μεγάλο γι’ αυτόν. Ο Λέοπολντ ενθουσιάστηκε βλέποντας ότι η φύση τού είχε βρει ένα δρόμο προς τη μεγάλη ζωή, χάρη στον πρόωρα ανεπτυγμένο γιο του.

Όταν ο Βόλφγκανγκ ήταν έξι ετών, η οικογένεια επισκέφθηκε την αυτοκρατορική Αυλή των Αψβούργων, όπου το παιδί μάγεψε το ακροατήριο παίζοντας πιάνο και κάθισε σε πολλές βασιλικές αγκαλιές. Γύρισαν τη Γερμανία και την Αυστρία και έζησαν για χρόνια στη Γαλλία, στην Αγγλία και στην Ιταλία. Στο Λονδίνο, ο Βόλφγκανγκ αυτοσχεδίαζε πλάι στον Γιόχαν Κρίστιαν Μπαχ. Στην Ιταλία τιμήθηκε από τον πάπα. Οι όποιες επικρίσεις ότι ο Λέοπολντ εκμεταλλευόταν τον γιο του αγνοήθηκαν. Τα λεφτά έρεαν η οικογένεια ντυνόταν με μετάξια και μπροκάρ και περνούσε τα βράδια της με την κοινωνική ελίτ.

Το μόνο πρόβλημα είναι ότι τα παιδιά-θαύματα δεν μένουν για πάντα παιδιά. Το θεσπέσιο αγοράκι μεταμορφώθηκε σε έναν άχαρο  έφηβο, με εντυπωσιακές αλλά όχι πρωτάκουστες ικανότητες. Οι προκλήσεις σταμάτησαν.

Αναγκασμένος να επιστρέψει στο Σάλτσμπουργκ το 1773, ο Λέοπολντ βρήκε για το γιο του δουλειά στην Αυλή. Η οικογένεια Μότσαρτ, που είχε πια συνηθίσει τις κοσμικότητες έβρισκε τη νέα ζωή της ανιαρή, αλλά τουλάχιστον ο Βόλφγκανγκ είχε χρόνο για σύνθεση. (Δημοσίευε κομμάτια από παιδί, αλλά επρόκειτο εν μέρει για συνθέσεις του Λέοπολντ, που ήθελε να φαίνεται το όνομα του γιου του, οπότε επενέβαινε δυναμικά στις πρώιμες απόπειρές του.) Στο τέλος της εφηβείας του, ο Βόλφγκανγκ άρχισε να δείχνει το εκπληκτικό συνθετικό του ταλέντο, γράφοντας πέντε θαυμάσια κονσέρτα για βιολί και πολλά για πιάνο, μεταξύ των οποίων το Κονσέρτο σε μι ύφεση (1777), αριστούργημα τεχνικής και προσφιλές στους σολίστες μέχρι σήμερα.

Εκείνη τη χρονιά, ο Βόλφγκανγκ αποφάσισε ότι είχε βαρεθεί το Σάλτσμπουργκ. Ο Λέοπολντ πρότεινε να φύγουν για άλλη μια περιοδεία, όμως ο νέος πρίγκιπας-αρχιεπίσκοπος δεν είχε όρεξη να τους χρηματοδοτεί για να περιφέρονται στην Ευρώπη. Ο Βόλφγκανγκ ζήτησε απαλλαγή από τα καθήκοντά του κι ο αρχιεπίσκοπος απέλυσε πατέρα και γιο. Μετά από μια σειρά δουλικών επιστολών, ο Λέοπολντ επέστρεψε στη δουλειά του, αλλά οι περιοδείες σταμάτησαν.

Κι έτσι ο Βόλφγκανγκ ξεκίνησε να βρει την τύχη του. Μαζί με τη μητέρα του, Μαρία Άννα (κατόπιν απαίτησης του πατέρα του), το 21 χρονο πρώην παιδί-θαύμα πήγε στο Μάνχαϊμ της Γερμανίας όπου συνάντησε την ωραία σοπράνο Αλοϊσια Βέμπερ. Ο ερωτοχτυπημένος νέος λάβαινε οργισμένες επιστολές από τον μπαμπά του: με την Ευρώπη στα πόδια του, εκείνος ήθελε να χαραμίσει τη ζωή του σε μια σοπράνο!

Η πίεση του πατέρα του και τα αβέβαια οικονομικά του υποχρέωσαν τον Βόλφγκανγκ και τη μητέρα του να φύγουν για το Παρίσι, αλλά εκεί συγκέντρωσε λίγη προσοχή κι ακόμη λιγότερα λεφτά. Στο μεταξύ, η Μαρία Άννα βρισκόταν  μόνη και άρρωστη σε ένα ξένο σπίτι. Έμενε στο κρεβάτι της κι αρνιόταν να τη δει Γάλλος γιατρός. Όταν πέθανε, στις 3 Ιουλίου 1778, ο χαροκαμένος γιος χρειάστηκε πέντε μέρες για να βρει το θάρρος να γράψει στο σπίτι του. Σε λίγες εβδομάδες άφησε το Παρίσι.

Η πρώτη του στάση ήταν το Μόναχο, όπου η Αλοϊσια Βέμπερ είχε βρει θέση στην όπερα. Ο Μότσαρτ παρακάλεσε την επιτυχημένη πια τραγουδίστρια να τον παντρευτεί, αλλά εκείνη αρνήθηκε.

Πίσω στο μισητό Σάλτσμπουργκ, ο Βόλφγκανγκ πέρασε πολλούς μήνες δυστυχίας πλάι στον καταπιεστικό πατέρα του. Κατόπιν έλαβε μια πρόσκληση για τη Βιέννη, όπου έμενε ο αρχιεπίσκοπος. Ο Μότσαρτ άδραξε την ευκαιρία να επισκεφθεί την πρωτεύουσα – η Βιέννη πρόσφερε όλες τις μουσικές ευκαιρίες που έλειπαν στο Σάλτσμπουργκ. Όμως η ζωή στην κατοικία του αρχιεπισκόπου περιλάμβανε διάφορες αναξιοπρέπειες, όπως το να τρώει με τους υπηρέτες. «Τουλάχιστον», έλεγε, «έχω την τιμή να κάθομαι πάνω από τους μάγειρες». Τα πράγματα άλλαξαν όταν ο αρχιεπίσκοπος αποφάσισε να επιστρέψει στο Σάλτσμπουργκ. Ο Μότσαρτ δεν είχε τέτοια πρόθεση και ζήτησε να μείνει στη Βιέννη με άδεια επί πληρωμή. Ο έξαλλος αρχιεπίσκοπος αποκάλεσε τον Μότσαρτ απατεώνα, παλιάνθρωπο κι ελεεινό βλάκα.

Ο Λέοπολντ έγραφε επιστολές σαν τρελός, για να αποκαταστήσει την ειρήνη, αλλά ο γιος του δυναμίτισε τις απόπειρές του. Ο Μότσαρτ τελικά έχασε όλους τους υποστηρικτές του στην Αυλή κι όταν πήγε τελευταία φορά για επίσκεψη στον αρχιεπίσκοπο τον πέταξαν έξω κυριολεκτικά κλοτσηδόν.

Ευτυχώς, η οικογένεια Βέμπερ -εκτός από την παντρεμένη πλέον Αλοϊσια- είχε μετακομίσει στη Βιέννη όπου είχε ανοίξει μια πανσιόν. Ο Μότσαρτ πήγε να μείνει εκεί – κι ερωτεύτηκε πάλι – την Κονστάνζ μικρή αδελφή της Αλοϊσια. Αγνοώντας τις υστερίες του πατέρα του, ο Μότσαρτ την παντρεύτηκε το φθινόπωρο του 1782. Η Κονστάνζ έμεινε έγκυος σχεδόν αμέσως και το πρώτο τους παιδί, αγόρι, γεννήθηκε το 1783. Έκανε άλλα πέντε παιδιά, αλλά μόνο δυο γιοι επιβίωσαν.

Ο Μότσαρτ αγωνιζόταν να ζήσει με τις συνθέσεις του. Συνέθετε μουσική δωματίου και συμφωνίες, αλλά ασχολήθηκε κυρίως με την όπερα. (Το έργο Οι Γάμοι του Φίγκαρο παίχτηκε το 1786, ο Ντον Τζοβάνι το 1787 και το Έτσι κάνουν όλες το 1790.) Παρά τις κάποιες επιτυχίες, η απόλυτη άγνοιά του για οικονομικά θέματα τον οδήγησε σε προβληματικές αποφάσεις και η οικογένεια βρέθηκε καταχρεωμένη. Η υγεία της Κονστάνζ άρχισε επίσης να φθίνει μετά από τις εγκυμοσύνες της και περνούσε μήνες σε ακριβά σανατόρια.

Μέχρι το θάνατο του Λέοπολντ το 1787, όλες οι προσπάθειες του Βόλφγκανγκ να χτίσει μια πιο ώριμη σχέση πατέρα-γιου είχαν αποτύχει. Για τον Λέοπολντ, η ενήλικη ζωή του Βόλφγκανγκ ήταν προσβολή στην πατρική κηδεμονία. Στη διαθήκη τα άφησε όλα στη Νάνερλ, παρ’ ότι η μικρή περιουσία της οικογένειας οφειλόταν στον Βόλφγκανγκ, από εκείνες τις παλιές περιοδείες.

 

ΠΡΟΩΡΟ ΡΕΚΒΙΕΜ

Τα πράγματα βελτιώθηκαν το 1791: η θλίψη του Μότσαρτ για τον πατέρα του υποχώρησε, η Κονστάνζ ανέκτησε την υγεία της κι η οικογένεια άρχισε να ξεπληρώνει χρέη. Η σταδιοδρομία του έφτασε στο απόγειό της με την πρεμιέρα του Μαγεμένου αυλού, που θεωρείται επιτομή της ελαφράς όπερας: έργο μελοδραματικό, αστείο και γεμάτο με επιδείξεις μουσικής δεινότητας, όπως η περίφημη άρια της «Βασίλισσας της νύχτας».

Όμως η άλλη μεγάλη σύνθεση του Μότσαρτ εκείνη τη χρονιά είχε παράξενες και σκοτεινές καταβολές. Μια μέρα έφτασε στο σπίτι του ένας αγγελιοφόρος με μια ανάθεση για ρέκβιεμ. Ο αγγελιοφόρος αρνήθηκε να αποκαλύψει το όνομα του εργοδότη του, επιμένοντας ότι κάθε σχετική προσπάθεια ήταν μάταιη. Χρόνια αργότερα, η Κονστάνζ θυμόταν ότι ο άνδρας της έλεγε πως ήθελε αυτά το έργο να είναι το «αριστούργημα και κύκνειο άσμα» του. Αυτό μοιάζει απίθανο – ο Μότσαρτ ήταν μόλις 35 ετών κι είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι τον περίμεναν ακόμη δεκαετίες ζωής. Παρ’ όλα αυτά, αρρώστησε. Τον Νοέμβριο βρισκόταν κλινήρης με πρησμένα χέρια και πόδια και κρίσεις εμετού. (Σήμερα πιστεύεται ότι είχε ρευματικά πυρετό.) Πέθανε σε λιγότερο από δύο εβδομάδες στις 5 Δεκεμβρίου 1791.

Παρά τις μελοδραματικές φήμες, ότι η σορός του δήθεν θάφτηκε πρόχειρα σ’ έναν ανώνυμο, κοινό τάφο, στην πραγματικότητα τοποθετήθηκε σε ιδιαίτερο χώρο, αλλά χωρίς ταφόπλακα. Αυτά δεν ήταν ασυνήθιστο: εκείνον τον καιρό όλοι οι χώροι ταφής στη Βιέννη νοικιάζονταν για δέκα χρόνια κι έπειτα το χώμα οργωνόταν και προετοιμαζόταν για νέους κατοίκους.

Στο μεταξύ, το Ρέκβιεμ παρέμενε ημιτελές. Η Κονστάνζ, χήρα με δυο μικρά παιδιά, είχε άμεση ανάγκη από λεφτά, αλλά δεν μπορούσε να τα εισπράξει αν δεν έβρισκε τρόπο να ολοκληρωθεί το έργο και να το περάσει ως σύνθεση του Μότσαρτ. Κατέφυγε στον Φραντς Ζάβερ Ζίσμαϊρ, μαθητή του Μότσαρτ, που χρησιμοποίησε κατάλοιπα και προσχέδια για να τελειώσει το έργο. Η Κονστάνζ το παρέδωσε, με πλαστογραφημένη υπογραφή στον μυστηριώδη αγγελιοφόρο. Ποιος κρυβόταν πίσω από την ανώνυμη παραγγελία; Τελικά, το μυστικό ήταν πιο πολύ θλιβερό παρά σκοτεινό. Ένας εκκεντρικός κόμης ονόματι Φραντς φον Βάλζεγκ είχε την κακή συνήθεια να παραγγέλνει κρυφά έργα από διάσημους μουσικούς και να τα παρουσιάζει ως δικά του. Ήθελε να παρουσιάσει το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ ως προσωπικό φόρο τιμής στην πρόσφατα μεταστάσα σύζυγό του. Τελικά, έγινε μνημείο του ίδιου του συνθέτη του – μιας ιδιοφυΐας που βρήκε τραγικά πρόωρο τέλος.

Το 1638, λίγο αφ’ ότου ο Γκεγκόριο Αλέγκρι συνέθεσε το Μιζερέρε του, το Βατικανό αποφάσισε ότι το χορωδιακό τμήμα ήταν τόσο θεσπέσιο ώστε απαγόρευσαν κάθε αντίγραφο της παρτιτούρας καθώς και κάθε εκτέλεση του έργου έξω από την Καπέλα Σιστίνα. Κάθε μουσικός που αψηφούσε την απαγόρευση αντιμετώπιζε τον αφορισμό. Ωστόσο, όταν ο δωδεκάχρονος Μότσαρτ έφτασε στη Ρώμη το 1770 με τον πατέρα του, μια από τις πρώτες επισκέψεις τους ήταν στην Καπέλα Σιστίνα, όπου άκουσαν το Μιζερέρε. Αμέσως, ο Βόλφγκανγκ πήγε στο δωμάτιό του κι έγραφε την παρτιτούρα από μνήμης. Μετά από μια δεύτερη ακρόαση, για επιβεβαίωση, ο Μότσαρτ έπαιξε το Μιζερέρε για τον πάπα κι επέδειξε την παρτιτούρα. Ευτυχώς ο πάπας εντυπωσιάστηκε μάλλον παρά ενοχλήθηκε από τον εκπληκτικό μουσικό άθλο.

 

 

 

 

Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ

ΜΟΥΣΟΥΡΓΩΝ

ELIZABETH LUNDAY

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΙΩΡΑ

 



Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram