Η ιστορία των καλικαντζάρων που έκλεψαν ένα νεωκόρο (CHARLES DICKENS) | Μέρος Β’

Η ιστορία των καλικαντζάρων που έκλεψαν ένα νεωκόρο (CHARLES DICKENS) | Μέρος Β’

«Και τώρα», είπε ο αρχηγός χώνοντας με αλλόκοτο τρόπο τη μυτερή άκρη του κωνικού καπέλου του στο μάτι του νεωκόρου και προκαλώντας του εξαιρετικό πόνο – «και τώρα, δείξτε σ’ αυτόν το δυστυχισμένο, κατσούφη άνθρωπο μερικές εικόνες από το μεγάλο απόθεμά μας».

Καθώς το είπε αυτό, ένα πυκνό σύννεφο που σκίαζε την άλλη άκρη του σπηλαίου διαλύθηκε σταδιακά, και στο βάθος φάνηκε ένα μικρό και λιτά επιπλωμένο αλλά τακτικό και καθαρό δωμάτιο. Κάμποσα παιδάκια ήταν μαζεμένα γύρω από μια λαμπερή φωτιά, πιασμένα από το φόρεμα της μητέρας τους, και χοροπηδούσαν γύρω από την καρέκλα της. Η μητέρα τους σηκωνόταν περιστασιακά και άνοιγε την κουρτίνα του παραθύρου, λες και περίμενε να δει κάτι. Το τραπέζι ήταν στρωμένο και έτοιμο, με ένα λιτό γεύμα, ενώ κοντά στο τζάκι βρισκόταν μια πολυθρόνα. Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα: η μητέρα άνοιξε και τα παιδιά μαζεύτηκαν γύρω της, χτυπώντας χαρωπά τα χέρια τους, καθώς έμπαινε μέσα ο πατέρας τους. Ήταν βρεγμένος και κουρασμένος- τίναξε το χιόνι από τα ρούχα του, ενώ τα παιδιά συγκεντρώθηκαν γύρω του, άρπαξαν την κάπα, το καπέλο και το μπαστούνι του με ενθουσιασμό και ζήλο, και τα έβγαλαν τρέχοντος από το δωμάτιο. Έπειτα, κάθισε για να φάει το γεύμα του μπροστά στο τζάκι, τα παιδιά ανέβηκαν στα γόνατά του, η μητέρα κάθισε πλάι του και όλα φαίνονταν ωραία και καλά.

Σχεδόν ανεπαίσθητα, όμως, το θέαμα άλλαξε. Το σκηνικό μεταβλήθηκε σε ένα μικρό υπνοδωμάτιο, όπου κειτόταν ετοιμοθάνατο το ομορφότερο και νεαρότερο παιδί- το χρώμα είχε χαθεί από τα μάγουλά του και η λάμψη στα μάτια του είχε σβήσει- και εκεί που ο νεωκόρος το κοιτούσε με ένα πρωτόγνωρο γι’ αυτόν ενδιαφέρον, εκείνο πέθανε. Τα μικρά αδελφάκια του μαζεύτηκαν γύρω από το κρεβάτι και του έπιασαν το χεράκι, που ήταν κρύο και βαρύ- όμως, μόλις το άγγιξαν, ζάρωσαν και κοίταξαν με δέος το βρεφικό του πρόσωπο- γιατί, παρόλο που ήταν γαλήνιο και ήρεμο και παρόλο που το παιδάκι έμοιαζε να κοιμάται ειρηνικά, κατάλαβαν ότι ήταν νεκρό και ότι είχε γίνει άγγελος που τα κοιτούσε και τα ευλογούσε από το φωτεινό και υπέροχο Παράδεισο.

Το σύννεφο πέρασε πάλι πάνω από την εικόνα και το θέαμα άλλαξε ξανά. Αυτή τη φορά, ο πατέρας και η μητέρα ήταν γέροι και αβοήθητοι, και εκείνοι που βρίσκονταν γύρω τους ήταν λιγότεροι από τους μίσους ωστόσο, όλα τα πρόσωπα ήταν ευχαριστημένα και χαρούμενα- τα μάτια όλων έλαμπαν καθώς αντάλλαζαν ιστορίες από παλιές, περασμένες εποχές, συγκεντρωμένοι γύρω από το τζάκι. Ήρεμα και αργά, ο πατέρας βυθίστηκε στον τάφο και, λίγο αργότερα, εκείνη που μοιραζόταν τις έγνοιες και τα βάσανα του τον ακολούθησε σε έναν τόπο ανάπαυσης και γαλήνης. Οι λίγοι που έμειναν πίσω, γονάτισαν μπροστά στον τάφο τους και πότισαν με τα δακρυά τους την πρασινάδα που τον σκέπαζε. Έπειτα, σηκώθηκαν και απομακρύνθηκαν θλιμμένοι και στενοχωρημένοι, χωρίς σπαραξικάρδιες κραυγές όμως, χωρίς απελπισμένους θρήνους, γιατί ήξεραν ότι κάποια μέρα θα συναντιούνταν ξανά- αναμείχθηκαν πάλι με τον πολυάσχολο κόσμο, και η ικανοποίηση και η χαρά επανήλθαν στην έκφρασή τους. Το σύννεφο κατακάθισε πάνω από την εικόνα, κρύβοντάς την από το βλέμμα του νεωκόρου.

«Τι λες γι’ αυτό;» είπε ο καλικάντζαρος, στρέφοντας το μακρύ του πρόσωπο προς τον Γκάμπριελ Γκραμπ.

Ο Γκάμπριελ μουρμούρισε ότι ήταν πολύ όμορφο, ή κάτι τέτοιο, και έμοιαζε κάπως σαν να ντρεπόταν, καθώς ο καλικάντζαρος τον κοιτούσε με τα κατακόκκινα μάτια του.

«Παλιάνθρωπε!» είπε ο καλικάντζαρος με εξαιρετικά περιφρονητικό ύφος. «Είσαι…» Φαινόταν να θέλει να προσθέσει κάτι άλλο, αλλά τα λόγια του πνίγηκαν από την αγανάκτηση, οπότε σήκωσε το εύκαμπτο πόδι του και, κουνώντας πάνω από το κεφάλι του για λίγο για να στοχεύσει καλά, κατάφερε μια γερή κλοτσιά στον Γκάμπριελ Γκραμπ- αμέσως μετά απ’ αυτό, όλοι οι καλικάντζαροι που περίμεναν, συγκεντρώθηκαν γύρω από το δύστυχο νεωκόρο και άρχισαν να τον κλοτσάνε δίχως έλεος, σύμφωνα με την καθιερωμένη και μόνιμη συνήθεια των απανταχού αυλικών, οι οποίοι κλοτσάνε όποιον κλοτσάει ο βασιλιάς και αγκαλιάζουν όποιον αγκαλιάζει ο βασιλιάς.

«Δείξτε του λίγο ακόμα», είπε ο αρχηγός των καλικαντζάρων.

Μόλις το είπε αυτό, το σύννεφο διαλύθηκε ξανά, και φάνηκε gva κατάφυτο και όμορφο τοπίο – κάτι παρόμοιο υπάρχει μέχρι σήμερα, κάπου ένα χιλιόμετρο από την παλιά πόλη με το αβαείο. Ο ήλιος έλαμπε στον καθαρό, γαλάζιο ουρανό, οι ακτίνες του Αστραποβολούσαν στο νερό, τα δέντρα έμοιαζαν πιο πράσινα και τα λουλούδια πιο χαρούμενα κάτω από το χαρμόσυνο φως. Το νερό κελάρυζε ευχάριστα, τα δέντρα θρόιζαν στο ελαφρύ αεράκι -ου φυσούσε ανάμεσα στα φύλλα, τα πουλιά κελαηδούσαν στα κλαδιά και ο κορυδαλλός τερέτιζε από ψηλά, καλωσορίζοντας το πρωινό. Ναι, ήταν πρωί, ένα φωτεινό, γλυκό καλοκαιρινό πρωινό- ακόμα και το μικρότερο φύλλο, το πιο λεπτό χορτάρι ήταν γεμάτα ζωή. Τα μυρμήγκια ξεκινούσαν για τον καθημερινό μόχθο τους, οι πεταλούδες πετούσαν απολαμβάνοντας τις θερμές ηλιαχτίδες- μυριάδες έντομα άπλωναν τις διάφανες φτερούγες τους και γλεντούσαν τη σύντομη αλλά χαρούμενη ζωή τους. Οι άνθρωποι περπατούσαν, συνεπαρμένοι από το περιβάλλον- τα πάντα ήταν λαμπερά και μεγαλειώδη.

«Παλιάνθρωπε!» είπε ο αρχηγός των καλικαντζάρων με ακόμα πιο περιφρονητικό ύφος. Και για άλλη μια φορά, ο αρχηγός των καλικαντζάρων κούνησε το πόδι του και το κατέβασε στους ώμους του νεωκόρου- και ξανά, οι υπόλοιποι καλικάντζαροι ακολούθησαν το παράδειγμα του αρχηγού τους.

Το σύννεφο εμφανίστηκε και εξαφανίστηκε πολλές φορές, και ο Γκάμπριελ Γκραμπ πήρε πολλά μαθήματα- παρόλο που οι ώμοιί του τον πονούσαν από τις συνεχείς κλοτσιές των καλικάντζαρων, παρακολουθούσε τα πάντα με αμείωτο ενδιαφέρον. Είδε ότι οι άνθρωποι που δούλευαν σκληρά και κέρδιζαν το λιγοστό ψωμί τους με το μόχθο τους ήταν ευδιάθετοι και χαρούμενοι- ακόμα και για τους πιο αδαείς, το γλυκό πρόσωπο της φύσης ήταν μια μόνιμη πηγή χαράς και αγαλλίασης. Είδε εκείνους που είχαν ανατραφεί με στοργή και τρυφερότητα να είναι χαρούμενοι παρά τις στερήσεις και ανεπηρέαστοι από συμφορές που θα είχαν λυγίσει πολύ σκληρότερους ανθρώπους, επειδή διέθεταν οι ίδιοι μέσα στην καρδιά τους τα συστατικά της ευτυχίας, της ικανοποίησης και της γαλήνης. Είδε ότι οι γυναίκες, τα πιο τρυφερά και ευαίσθητα πλάσματα του θεού, ήταν συχνά οι πιο ανεπηρέαστες από λύπες, αναποδιές και δυστυχίες- και κατάλαβε ότι αυτό γινόταν επειδή διέθεταν μέσα στην ψυχή τους μια ανεξάντλητη πηγή στοργής και αφοσίωσης. Πάνω απ’ όλα, είδε ότι οι άνθρωποι σαν εκείνον, που δυσανασχετούσαν με το κέφι και την ευθυμία των άλλων, ήταν τα απεχθέστερα ζιζάνια πάνω στην όμορφη επιφάνεια της γης- και αντιπαραθέτοντας όλα τα καλά με τα κακά του κόσμου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τελικά ο κόσμος δεν ήταν και τόσο άσχημο μέρος. Πριν καλά καλά προλάβει να ολοκληρώσει τη σκέψη του, το σύννεφο που είχε καλύψει την τελευταία εικόνα έμοιαζε να αιωρείται πάνω από τις αισθήσεις του και να τον παρασύρει σε μια γαλήνια κατάσταση. Οι καλικάντζαροι χάθηκαν από τα μάτια του ο ένας μετά τον άλλο, και, όταν εξαφανίστηκε και ο τελευταίος, βυθίστηκε στον ύπνο.

Είχε ήδη ξημερώσει όταν ο Γκάμπριελ Γκραμπ ξύπνησε και βρέθηκε ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς στην επίπεδη ταφόπετρα στο κοιμητήριο της εκκλησίας, με την παλιά φιάλη άδεια δίπλα του και την κάπα, το φτυάρι και το φανάρι του κάτασπρα από τον παγετό της προηγούμενης νύχτας και σκόρπια στο έδαφος. Μπροστά του ήταν η πλάκα πάνω στην οποία είχε πρωτοδεί καθισμένο τον καλικάντζαρο, ενώ εκεί κοντά βρισκόταν και ο τάφος που έσκαβε το προηγούμενο βράδυ. Αρχικά, αμφέβαλλε αν η περιπέτεια του ήταν αληθινή, αλλά ο οξύς πόνος στους ώμους του όταν επιχείρησε να σηκωθεί, τον διαβεβαίωσε ότι οι κλοτσιές των καλικάντζαρων δεν ήταν της φαντασίας του. Έμεινε πάλι κατάπληκτος όταν παρατήρησε ότι δεν υπήρχαν πατημασιές στο χιόνι, εκεί όπου οι καλικάντζαροι έπαιζαν βαρελάκια ανάμεσα στις ταφόπετρες, αλλά αμέσως δικαιολόγησε το γεγονός, καθώς θυμήθηκε ότι ήταν φαντάσματα, οπότε αποκλείεται να άφηναν ορατά ίχνη πίσω τους. Έτσι, λοιπόν, ο Γκάμπριελ Γκραμπ σηκώθηκε όρθιος όπως όπως, γιατί η πλάτη του τον πονούσε- τίναξε τον πάγο από την κάπα του, τη φόρεσε και τράβηξε για την πόλη.

Ωστόσο είχε αλλάξει πια και δεν άντεχε στη σκέψη ότι έπρεπε να επιστρέψει σε ένα μέρος όπου θα τον χλεύαζαν για τη μετάνοιά του και δεν θα πίστευαν ότι είχε αναμορφωθεί. Δίστασε για λίγα λεπτά και έπειτα γύρισε και τράβηξε αλλού για να αναζητήσει το ψωμί του.

Το φανάρι, το φτυάρι και η φιάλη με την ψάθινη θήκη βρέθηκαν εκείνη την ημέρα στο προαύλιο της εκκλησίας. Αρχικά, διατυπώθηκαν πολλές υποθέσεις για την τύχη του νεωκόρου, αλλά γρήγορα όλοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τον είχαν πάρει μαζί τους οι καλικάντζαροι· δεν έλειπαν και κάποιοι αξιόπιστοι μάρτυρες, οι οποίοι τον είχαν δει καθαρά να πετάει στην πλάτη ενός μονόφθαλμου καφέ αλόγου, με πόδια λιονταριού και ουρά αρκούδας. Τελικά, όλοι κατέληξαν να πιστέψουν αυτό- ο καινούριος νεωκόρος έδειχνε στους περίεργους, έναντι ευτελούς αντιτίμου, ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι από τον ανεμοδείκτη της εκκλησίας, που τον είχε σπάσει κατά λάθος με μια κλοτσιά το προ-αναφερθέν άλογο καθώς πετούσε, και το είχε βρει ο ίδιος στο προαύλιο της εκκλησίας ένα ή δύο χρόνια αργότερα.

Δυστυχώς, όμως, αυτές οι ιστορίες αποδείχτηκαν μάλλον αβάσιμες όταν ο Γκάμπριελ Γκραμπ επανεμφανίστηκε απρόσμενα ύστερα από δέκα χρόνια περίπου, ένας κουρελής, χαρούμενος, ρευματοπαθής γέρος. Διηγήθηκε την ιστορία του στον ιερωμένο και στο δήμαρχο- με το πέρασμα του καιρού, όλοι την αποδέχτηκαν ως αληθινή, και με αυτή τη μορφή έφτασε ως τις μέρες μας. Όσοι είχαν πιστέψει την ιστορία με τον ανεμοδείκτη, έχοντας κρίνει λανθασμένα ήδη μια φορά, δίσταζαν να καταλήξουν σε κάποια απόφαση, οπότε εξέταζαν τα πάντα όσο πιο φρόνιμα μπορούσαν, σήκωναν τους ώμους, άγγιζαν το μέτωπό τους και μουρμούριζαν ότι ο Γκάμπριελ Γκραμπ είχε πιει όλο το ολλανδικό τζιν και έπειτα τον είχε πάρει ο ύπνος πάνω στην επίπεδη ταφόπλακα· και προσπάθησαν να εξηγήσουν όλα όσα είχε δει στη σπηλιά των καλικαντζάρων, λέγοντας ότι είχε γυρίσει τον κόσμο και είχε γίνει σοφότερος. Αυτή η άποψη, όμως, που δεν ήταν καθόλου διαδεδομένη, έσβησε σταδιακά- όπως και να’χει, καθώς ο Γκάμπριελ Γκραμπ υπέφερε από ρευματισμούς μέχρι το τέλος της ζωής του, αυτή η ιστορία έχει τουλάχιστον ένα ηθικό δίδαγμα, αν όχι περισσότερα- και αυτό είναι ότι, αν ένας άνθρωπος είναι κατσούφης και πίνει μόνος του τα Χριστούγεννα, καλύτερα να το πάρει απόφαση πως δεν θα του κάνει καλό, και μακάρι η ψυχή του να είναι τόσο καλή και τόσο δυνατή όσο εκείνες που είδε ο Γκάμπριελ Γκραμπ στη σπηλιά των καλικαντζάρων.

 

Μέρος Α’: https://www.lecturesbureau.gr/1/the-story-of-the-goblins-who-stole-a-sexton-part-a-1614a/

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΜΕ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ



Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram
  • Little by little , one travels far .

    lecturesbureau: "Little by little ,
one travels far ."
    100
    0
  • What the caterpillar calls the end , the rest of the world calls a butterfly .

    lecturesbureau: "What the caterpillar calls the end ,
the rest of the world
calls a butterfly ."
    238
    0
  • Whatever you do , DO WITH ALL YOUR MIGHT !

    lecturesbureau: "Whatever you do ,

DO WITH ALL YOUR MIGHT !"
    250
    1
  • Love responsibility . Say : It is my duty , and mine alone , to save the Earth . If it is not saved , then I ALONE AM TO BLAME .

    lecturesbureau: "Love responsibility .
Say : It is my duty , and mine alone , to save the Earth .
If it is not saved , then I ALONE AM TO BLAME ."
    248
    0
  • The perfect Love is the one that gives everything and never expects anything in return .

    lecturesbureau: "The perfect Love is the one 
that gives everything
and never expects anything in return ."
    865
    4
  • Liberty means Responsibility . That is why most men dread it .

    lecturesbureau: "Liberty means Responsibility .

That is why most men dread it ."
    282
    1
  • It is better to be envied than pitied .

    lecturesbureau: "It is better to be envied
than pitied ."
    257
    1
  • We are what we repeatedly do .

    lecturesbureau: "We are what we repeatedly do ."
    373
    0
  • SENSITIVE SOULS HAVE MORE EXISTENCE THAN OTHERS . Good things and bad are multiplied in them .

    lecturesbureau: "SENSITIVE SOULS HAVE MORE EXISTENCE THAN OTHERS .

Good things and bad are multiplied in them ."
    128
    0
  • Sometimes you can do everything wrong and it still turns out to be right .

    lecturesbureau: "Sometimes you can do everything wrong
and it still turns out to be right ."
    323
    0