Οι τεμπέλικες σκέψεις ενός τεμπέλη (JEROME K. JEROME)

Οι τεμπέλικες σκέψεις ενός τεμπέλη (JEROME K. JEROME)

ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΜΠΕΛΙΑ

 

Σε αυτό το θέμα μπορώ στ’ αλήθεια να καυχηθώ ότι είμαι εξπέρ. Ο δάσκαλος που, όταν ήμουν μικρός, με έλουζε στο σιντριβάνι της γνώσης για εννέα γκινέες το τρίμηνο -και ούτε πένα παραπάνω- συνήθιζε να λέει ότι ποτέ δεν είχε γνωρίσει αγόρι που να μπορεί να κάνει λιγότερη δουλειά σε περισσότερη ώρα· και θυμάμαι τη δύστυχη γιαγιά μου να σχολιάζει κάποτε συμπτωματικά, στα πλαίσια των οδηγιών της για τη σωστή χρήση του προσευχηταρίου, πως όχι μόνο δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να κάνω πράγματα που δεν ήμουν υποχρεωμένος να κάνω, αλλά και πως ήταν απολύτως βέβαιη ότι και τα πράγματα που έπρεπε να κάνω θα τα άφηνα λίγο-πολύ στη μέση.

 

Φοβάμαι ότι, κατά ένα μέρος τουλάχιστον, διέψευσα την προφητεία της αγαπημένης μου γιαγιάς, αφού -ο Θεός να με φυλάει!- έχω κάνει μπόλικα πράγματα που δεν έπρεπε να τα κάνω, παρ’ όλη την τεμπελιά μου. Δικαίωσα όμως πλήρως την ακρίβεια της κρίσης της στο γεγονός πως παραμέλησα ό,τι δεν θα ‘πρεπε να παραμελήσω κανονικά. Η τεμπελιά ήταν ανέκαθεν το δυνατό μου σημείο. Δεν υπερηφανεύομαι γι’ αυτό, είναι κάτι σαν χάρισμα και ελάχιστοι το διαθέτουν. Υπάρχουν πολλοί οκνηροί άνθρωποι και πολλοί χασομέρηδες, αλλά ένας αυθεντικός τεμπέλης είναι σπάνιο είδος. Δεν είναι κάποιος που περιφέρεται άσκοπα με τα χέρια στις τσέπες του. Αντιθέτως, το κύριο χαρακτηριστικό του είναι πως είναι πάντα τρομερά πολυάσχολος.

Κανείς δεν μπορεί να απολαύσει την τεμπελιά αν δεν έχει άφθονη δουλειά να κάνει. Δεν έχει πλάκα να μην κάνεις τίποτα όταν δεν έχεις τίποτα να κάνεις. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις το χάσιμο χρόνου γίνεται απλώς μια απασχόληση, και μάλιστα εξαντλητική.

 

Μ’ αρέσει να τεμπελιάζω όταν δεν πρέπει να τεμπελιάζω, όχι όταν είναι το μοναδικό πράγμα που έχω να κάνω. Αυτή είναι η ξεροκέφαλη φύση μου. Η ώρα που μ’ αρέσει καλύτερα να στέκομαι με την πλάτη μου στη φωτιά και να υπολογίζω πόσα χρωστάω είναι όταν το γραφείο μου έχει στοίβες από γράμματα που πρέπει να απαντηθούν με το επόμενο ταχυδρομείο. Μ’ αρέσει να χαζολογάω για ώρα στο δείπνο όταν έχω μπροστά μου πολλή δουλειά για το βράδυ. Και αν, για κάποιον επείγοντα λόγο, πρέπει να σηκωθώ πολύ νωρίς το επόμενο πρωί, τότε είναι που, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, απολαμβάνω να μένω στο κρεβάτι για ένα επιπλέον μισάωρο.

Α! Τι ωραία που είναι ν’ αλλάζεις πλευρό και να ξανακοιμάσαι «μόνο για πέντε λεπτά». Αναρωτιέμαι, υπάρχει ανθρώπινο πλάσμα, εκτός ίσως από τον μυθιστορηματικό ήρωα μιας «ιστορίας για αγόρια», που να σηκώνεται απ’ το κρεβάτι του πρόθυμα; Το να σηκώνεσαι στην ώρα σου το πρωί είναι για κάποιους εντελώς ανέφικτο. Αν τυχαίνει να πρέπει να ξυπνήσουν στις οχτώ, μένουν ξαπλωμένοι μέχρι τις και μισή. Αν οι συνθήκες αλλάξουν και το οχτώμισι γίνει πολύ νωρίς γι’ αυτούς, τότε δεν μπορούν να σηκωθούν πριν τις εννιά. Κάπως σαν τον πολιτικό για τον οποίο λεγόταν ότι πάντα αργούσε μισή ώρα ακριβώς. Μετέρχονται κάθε πιθανό και απίθανο μέσο. Αγοράζουν ξυπνητήρια (πανούργες συσκευές που αρχίζουν να χτυπάνε τη λάθος ώρα και τρομάζουν τους λάθος ανθρώπους). Έχουν πει στη σύζυγο, που έχει σηκωθεί ήδη, να τους χτυπήσει την πόρτα και να τούς φωνάξει, και η σύζυγος πράγματι τους χτυπάει την πόρτα και τους φωνάζει κι εκείνοι μουγκρίζουν «Τώρα!» και τους ξαναπαίρνει ο ύπνος. Ήξερα κάποιον που σηκωνόταν κανονικά κι έκανε ένα κρύο μπάνιο αλλά ακόμα κι αυτό ήταν μάταιο, γιατί μετά χωνόταν πάλι στο κρεβάτι για να ζεσταθεί.

Προσωπικά πιστεύω ότι μπορώ κάλλιστα να μείνω μακριά από το κρεβάτι άπαξ και σηκωθώ. Εκείνο που με δυσκολεύει περισσότερο είναι να ξεκολλήσω το κεφάλι μου απ’ το μαξιλάρι και καμιά αποφασιστικότητα της στιγμής δεν το κάνει ευκολότερο. Λέω στον εαυτό μου, αφού χασομερήσω όλο το βράδυ: «Λοιπόν, δεν θα κάνω άλλη δουλειά απόψε· Θα σηκωθώ νωρίς αύριο το πρωί». Και -εκείνη τη στιγμή- είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι θα το κάνω. Το πρωί, ωστόσο, δεν τρέφω τον ίδιο ενθουσιασμό για την ιδέα και σκέφτομαι πως καλά θα έκανα να κρατούσα το στόμα μου βουλωμένο το προηγούμενο βράδυ. Κι έπειτα είναι η φασαρία τού να ντυθείς και όσο περισσότερο το σκέφτεσαι τόσο πιο πολύ θες να το αναβάλεις.

Παράξενο πράγμα το κρεβάτι, αυτή η απομίμηση τάφου όπου τεντώνουμε τα κουρασμένα μας μέλη και βυθιζόμαστε τόσο ήρεμα στη σιωπή και στην ανάπαυση. «Κρεβάτι, κρεβάτι, ακριβό μου κρεβάτι, ο επί γης παράδεισος στο κουρασμένο μάτι», που έλεγε κι ο δύστυχος Τόμας Χουντ, είσαι σαν την ευγενική γριά παραμάνα για μας τα ανήσυχα αγόρια και κορίτσια. Έξυπνους και ανόητούς, άτακτούς και φρόνιμους, μας παίρνεις όλους στον μητρικό σου κόρφο για να κοπάσεις το πεισματάρικο κλάμα μας. Ο δυνατός άντρας με προσοχή, ο άρρωστος με πόνο, η νεαρή κόρη κλαίγοντας για τον άπιστο εραστή της, όλοι γέρνουμε σαν τα παιδιά το βαρύ κεφάλι μας στα λευκά σου στήθη κι εσύ μας κοιμίζεις στη γαλήνια αγκαλιά σου.

Τα βάσανά μας ξεκινούν όταν μας γυρνάς την πλάτη και δεν θες να μας παρηγορήσεις. Πόσο αργεί να έρθει το ξημέρωμα όταν δεν μπορούμε να κοιμηθούμε! Ω, εκείνες οι φριχτές νύχτες που στριφογυρίζουμε μες στον πυρετό και τον πόνο, που κειτόμαστε σαν ζωντανοί ανάμεσα στους νεκρούς, μετρώντας τις σκοτεινές ώρες που τόσο αργά κυλούν ανάμεσα σ’ εμάς και στο φως. Κι εκείνες οι ακόμη πιο φριχτές νύχτες, όταν παραστεκόμαστε σε κάποιον άλλον που υποφέρει, όταν η σιyανή φωτιά μάς ξαφνιάζει κάθε τόσο μ’ ένα κούτσουρο που πέφτει και οι δείκτες του ρολογιού μοιάζουν με σφυρί που χτυπά ώσπου να σβήσει τη ζωή που βλέπουμε μπροστά μας.

 

 

 

ΟΙ ΤΕΜΠΕΛΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΝΟΣ ΤΕΜΠΕΛΗ

JEROME K. JEROME

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΞΥ

 



Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram