Η Μάχη του Μαραθώνα και η έκπληξη των Περσών μετά την ήττα τους

Η Μάχη του Μαραθώνα και η έκπληξη των Περσών μετά την ήττα τους

Η Μάχη του Μαραθώνα διεξήχθη το 490 π.Χ. ανάμεσα στους Αθηναίους και Πλαταιείς από τη μια πλευρά και τους Πέρσες από την άλλη, στην πεδιάδα του Μαραθώνα της Αττικής. Έληξε με νίκη των Ελλήνων και σήμανε το τέλος της πρώτης απόπειρας της Περσικής αυτοκρατορίας, επί βασιλείας Δαρείου Α’ να υποτάξει τις πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Αρχηγοί των Περσών σ’ αυτήν την εκστρατεία ήταν ο Δάτης κι ο Αρταφέρνης, που ο στρατός τους αποτελούνταν από 100.000 άντρες, ενώ των Ελλήνων ήταν 10.000 Αθηναίοι οπλίτες και 1.000 Πλαταιείς.

Οι δέκα στρατηγοί που ήταν επικεφαλής του Αθηναϊκού στρατού ήταν διχασμένοι για το πώς έπρεπε να δράσουν. Πέντε υποστήριζαν ότι ήταν πολύ λίγοι για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες ενώ οι υπόλοιποι ανάμεσα τους και ο Μιλτιάδης ήταν υπέρ της μάχης. Επειδή βρίσκονταν σε αδιέξοδο αποφάσισαν μάλλον μετά από πρόταση του Μιλτιάδη να ψηφίσει και ο πολέμαρχος, ο Καλλίμαχος. Ο Μιλτιάδης κατάφερε να τον πείσει και οι Αθηναίοι ετοιμάστηκαν για τη μάχη.

Με επικεφαλής το Μιλτιάδη οι Έλληνες νίκησαν τους Πέρσες. Ο τελικός απολογισμός της μάχης ήταν εντυπωσιακός: 6.400 Πέρσες έπεσαν νεκροί έναντι μόλις 192 Ελλήνων.

Όσο για τα τρόπαια της μάχης, εκτός από τα επτά πλοία που κατάφεραν να ακινητοποιήσουν, Αθηναίοι και Πλαταιείς περισυνέλεξαν πλήθος πολύτιμων λαφύρων, μέρος των οποίων αποτέλεσε τον λεγόμενο αθηναϊκό «θησαυρό» στο Μαντείο των Δελφών, ενώ τα υπόλοιπα χρησιμοποιήθηκαν πιθανότατα ως πρώτη ύλη για το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς του γλύπτη Φειδία.

Στη μάχη του Μαραθώνα πολέμησε και τραυματίστηκε και ο τραγικός ποιητής Αισχύλος, ο οποίος αργότερα έλαβε μέρος και στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Τελευταία επιθυμία του μάλιστα ήταν μετά θάνατον να τον ενθυμούνται οι συμπατριώτες του ως γενναίο μαραθωνομάχο παρά ως επιτυχημένο τραγωδό.

Σύμφωνα με τον θρύλο, μετά το τέλος της μάχης ένας έλληνας πολεμιστής, ο Φειδιππίδης, άρχισε να τρέχει πάνοπλος προς την πόλη της Αθήνας. Κάλυψε την απόσταση των 40 χλμ. σε μερικές ώρες. Οταν έφτασε στο κέντρο της πόλης, όπου περίμεναν με αγωνία τα γυναικόπαιδα, αναφώνησε «Χαίρετε! Νενικήκαμεν!» και έπεσε νεκρός από την εξάντληση. (Από τη λαϊκή αυτή αφήγηση προέκυψε το 1896, με την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων επί ελληνικού εδάφους, η πρόταση να καθιερωθεί ως επίσημο ολυμπιακό αγώνισμα ο μαραθώνιος δρόμος, που από τότε καλύπτει απόσταση 42 χιλιομέτρων και 195 μέτρων).

Αρκετά είναι τ’ αρχαιολογικά μνημεία που βρέθηκαν στο Μαραθώνα. Υπάρχουν ερείπια από τείχη και τεχνικούς τύμβους. Κοντά στα ερείπια που ήρθαν στο φως ο αρχαιολόγος Ληκ βρήκε τρία αγάλματα.

Μα πιο σημαντικό απ’ τα μνημεία που έχουν διασωθεί είναι ο τύμβος του Μαραθώνα, που στήθηκε απ’ τους Αθηναίους προς τιμή των 192 πεσόντων Ελλήνων στη μάχη του Μαραθώνα.

Βρίσκεται σχεδόν στη μέση της πεδιάδας. Έχει ύψος 9 μ. Πάνω σ’ αυτόν ήταν στημένες 10 στήλες που αντιστοιχούσαν στις 10 φυλές της Αττικής.

Λέγεται μάλιστα πως κι ένα λιοντάρι πέτρινο ήταν φιλοτεχνημένο στην κορυφή του τύμβου, που συμβόλιζε τη λιονταρίσια αντρεία των μαχητών Ο τύμβος ανακαλύφτηκε στις αρχές του 1884 απ’ το Σλήμαν.

 

Η ΕΚΠΛΗΞΗ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΗΤΤΑ ΤΟΥΣ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑΘΩΝΑ

Περίπου 6.000 Πέρσες έπεσαν στο πεδίο της μάχης. Οι υπόλοιποι κατάφεραν να διασωθούν επιβιβαζόμενοι στα πλοία τους, που ναυλοχούσαν στον όρμο του Μαραθώνα. Η ήττα των εισβολέων ήταν σοβαρή, αλλά όχι ολοκληρωτική.

Ο Φειδιππίδης μετέφερε το μήνυμα της νίκης, αλλά δεν ήταν ο μόνος που γύρισε τρέχοντας από τον Μαραθώνα….

Το περσικό εκστρατευτικό σώμα διατηρούσε το σύνολο σχεδόν του στόλου του άθικτο και ολόκληρο το ιππικό του, το οποίο δεν είχε εμπλακεί στη μάχη. Επιπλέον, μεγάλο τμήμα του πεζικού παρέμενε αξιόμαχο αν και με σημαντική πτώση του ηθικού εξαιτίας της δεινής ήττας. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, τα περσικά πλοία απέπλευσαν από τον Μαραθώνα και αφού παρέλαβαν τους αιχμάλωτους Ερετριείς από την νησίδα Αιγιλία, κατευθύνθηκαν προς το Σούνιο. Ο Αρταφέρνης σχεδίαζε να φτάσει στο Φάληρο, να κάνει απόβαση και να κινηθεί εναντίον της Αθήνας πριν να επιστρέψουν οι Αθηναίοι από τον Μαραθώνα. Ο Έλληνας ιστορικός πιθανολογεί μάλιστα ότι κάποιοι φιλοπέρσες Αθηναίοι ειδοποίησαν τον περσικό στόλο με ηλιακό σήμα, πως η Αθήνα φρουρούνταν ανεπαρκώς.

Ο Φειδιππίδης μετέφερε το μήνυμα της νίκης, αλλά δεν ήταν ο μόνος που γύρισε τρέχοντας από τον Μαραθώνα. Οι Πέρσες όμως άργησαν να αποβιβαστούν. Άλλωστε, η στάση στην νησίδα Αιγιλία δεν έδειχνε ότι βιάζονταν. Το πιθανότερο είναι πως ο Δάτις είχε αποπλεύσει τη νύχτα πριν από τη μάχη με κατεύθυνση το Φάληρο και ο υπόλοιπος στόλος κατευθυνόταν τώρα προς το ίδιο σημείο, ώστε να τον ενισχύσει. Σαν να μην είχαν κάνει ήδη αρκετά, οι Αθηναίοι έπρεπε να τρέξουν από το Μαραθώνα να σώσουν την πόλη τους. Ο Αριστείδης με τους οπλίτες της Αντιοχίδος φυλής παρέμεινε στον χώρο της μάχης για τη φύλαξη των λαφύρων και των τραυματιών, ενώ ο Μιλτιάδης με τις άλλες εννέα φυλές έσπευσε προς την Αθήνα, από τον δρόμο της Κηφισιάς για να προλάβει την περσική απόβαση.

Οι Αθηναίοι ήταν εξαντλημένοι από τη μάχη, αλλά έπρεπε να προστατεύσουν τις εστίες τους…

Οι Αθηναίοι ήταν εξαντλημένοι από τη μάχη, αλλά έπρεπε να προστατεύσουν τις εστίες τους. Είναι πράγματι αξιοθαύμαστο πώς οι Αθηναίοι μετά από τρεις ώρες μάχης, είχαν το κουράγιο όχι μόνο να ξεκινήσουν το δρόμο της επιστροφής αλλά έστω να σύρουν έστω τα πόδια τους. Όμως, στην πόλη βρίσκονταν οι οικογένειές τους. Τα παιδιά, οι σύζυγοι και οι γονείς τους, που έπρεπε να τους προστατεύσουν. Αν και κατάκοποι, οι Αθηναίοι ξεκίνησαν ένα σχεδόν απίστευτο αγώνα δρόμου και έτρεξαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν προς την πόλη τους. Έφτασαν γύρω στις 4.30-5 και στρατοπέδευσαν στο τέμενος του Ηρακλή στο Κυνόσαργες. Με τη δύση του ηλίου φάνηκαν τα περσικά πλοία στα ανοικτά του φαληρικού όρμου. Δεν γνωρίζουμε αν οι Πέρσες περίμεναν ένα ηλιακό σήμα με μια ασπίδα σηκωμένη από συνωμοτικά χέρια, αλλά αυτό που είδαν πρέπει να τους κλόνισε και να κατέστησε απαγορευτική κάθε σκέψη για απόβαση. Οι αχτίδες του ήλιου που έδυε, αντανακλούσαν πάνω σε 9.000 ασπίδες αποφασισμένων πολεμιστών και έστελναν το μήνυμα, ότι όσο η Αθήνα βασιζόταν σε τέτοιους πολεμιστές, δεν ήταν δυνατόν να υποδουλωθεί. Οι Πέρσες έμειναν για λίγη ώρα με ανοικτά τα πανιά και «ξεκίνησαν και πάλι πίσω για την Ασία»….

 

 

 

ΠΗΓΕΣ : 1. https://paidio.blogspot.com/

2.http://www.tapantareinews.gr/



Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram