Έκανα αυτό που κάνουμε όλοι όταν βρισκόμαστε μπροστά σ’ οδύνες κι αδικίες: ανέβαινα να κλάψω στο πιο ψηλό σημείο του σπιτιού (ΠΡΟΥΣΤ)

Έκανα αυτό που κάνουμε όλοι όταν βρισκόμαστε μπροστά σ’ οδύνες κι αδικίες: ανέβαινα να κλάψω στο πιο ψηλό σημείο του σπιτιού (ΠΡΟΥΣΤ)

Όταν τις βόλτες αυτές στον κήπο τις πραγματοποιούσε η γιαγιά μου μετά το δείπνο, ένα μόνο πράγμα είχε τη δύναμη να την κάνει να γυρίσει πίσω: αυτό θα συνέβαινε – κάποια στιγμή που ο γύρος του περιπάτου της την έφερνε περιοδικά, σαν να ‘ταν έντομο, απέναντι στα φώτα του μικρού σαλονιού όπου είχαν σερβίρει τα λικέρ πάνω στο τραπέζι των χαρτιών – αν η μεγάλη μου θεία της φώναζε : «Μπατίλντ ! έλα λοιπόν να εμποδίσεις τον άντρα σου να πιεί κονιάκ!». Πραγματικά, για να την πειράξει (η γιαγιά μου είχε φέρει στην οικογένεια του πατέρα μου ένα πνεύμα τόσο διαφορετικό, ώστε όλοι έκαναν χωρατά μαζί της και την παίδευαν), κι επειδή τα λικέρ ήταν απαγορευμένα για τον παππού μου, η μεγάλη μου θεία του ‘δινε να πιεί μερικές σταγόνες. Η καημένη η γιαγιά μου ερχόταν μέσα, θερμοπαρακαλούσε τον άντρα της να μη δοκιμάσει κονιάκ. Εκείνος θύμωνε, έπινε μολαταύτα τη γουλιά του κι η γιαγιά μου ξανάφευγε μελαγχολική, απογοητευμένη κι όμως χαμογελαστή, γιατί είχε τόση ταπεινοφροσύνη κι ήταν τόσο γλυκιά, ώστε η καλοσύνη της για τους άλλους και το λίγο που την απασχολούσε ο εαυτός της, καθώς και τα όσα υπέφερε, δένονταν αρμονικά μέσα στο βλέμμα της σ’ ένα χαμόγελο όπου, αντίθετα μ’ ό,τι βλέπει κανείς στα πρόσωπα πολλών ανθρώπων, δεν υπήρχε ειρωνεία παρά μόνο για τον ίδιο τον εαυτό της, ενώ για μας όλους υπήρχε κάτι σαν φιλί στα μάτια της, που δεν μπορούσαν να κοιτάξουν όσους αγαπούσε χωρίς να τους χαϊδέψουν με τρυφερό πάθος.

 

Αυτό το μαρτύριο που της επέβαλλε η μεγάλη μου θεία, το θέαμα απ’ αυτές τις μάταιες παρακλήσεις της γιαγιάς μου κι απ’ την αδυναμία της, νικημένη από πριν, όσο προσπαθούσε χωρίς αποτέλεσμα ν’ αποσπάσει απ’ τον παππού μου το ποτήρι με το λικέρ, ήταν απ’ τα πράγματα που τόσο συνηθίζει κανείς να τα βλέπει, ώστε φτάνει αργότερα στο σημείο να τ’ αντιμετωπίζει γελώντας και να παίρνει πια το μέρος του διώχτη αρκετά ξεκάθαρα κι εύθυμα, για να πείσει τον εαυτό του πως δεν πρόκειται για κατατρεγμό. Τότε μου προκαλούσαν τέτοια φρίκη που θα ‘θελα να μπορούσα να ‘δερνα τη μεγάλη μου θεία. Όμως μόλις άκουγα: «Μπατίλντ, έλα λοιπόν να εμποδίσεις τον άντρα σου να πιεί κονιάκ!», δειλός λες κι ήμουν άντρας κιόλας, έκανα αυτό που κάνουμε όλοι, όταν είμαστε πια μεγάλοι, όταν βρισκόμαστε μπροστά σ’ οδύνες κι αδικίες : δεν ήθελα να τις βλέπω. Ανέβαινα να κλάψω στο πιο ψηλό σημείο του σπιτιού, κοντά στο δωμάτιο της μελέτης, κάτω απ’ τη στέγη, σ’ ένα καμαράκι που μύριζε ίριδα και του πρόσθετε μοσχοβολιά μια άγρια μαυροσταφυλιά που ‘χε φυτρώσει απέξω ανάμεσα στις πέτρες του τοίχου κι ένα λουλουδισμένο κλαδί της περνούσε απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο. Προορισμένο για χρήση πιο ειδική και πιο χυδαία, το καμαράκι αυτό, απ’ όπου έβλεπε κανείς τη μέρα ως τον Πύργο του Ρουσσαινβίλ-λε-Πεν, μου χρησίμεψε για καιρό σαν καταφύγιο, ίσως γιατί ήταν το μόνο δωμάτιο που μου επιτρέπανε να κλειδώνω για όλες μου τις απασχολήσεις που απαιτούσαν απαραβίαστη μοναξιά: ανάγνωση, ονειροπόληση, δάκρυα και ηδυπάθεια.

 

Αλίμονο! Δεν ήξερα πως πολύ πιο έντονα απ’ τις μικρές αταξίες στη δίαιτα του συζύγου της η δική μου έλλειψη θέλησης, η ευαίσθητή μου υγεία, η αβεβαιότητα που όλ’ αυτά έριχναν στο μέλλον μου απασχολούσαν τη γιαγιά μου όσο διαρκούσαν οι ατέλειωτες αυτές βόλτες, το απόγευμα ή το βράδυ όπου έβλεπες να περνά ξανά και ξανά- ατενίζοντας λοξά στον ουρανό- τα’ όμορφό της πρόσωπο, με τα μελαψά και ρυτιδωμένα μάγουλα, που με τα γεράματα είχαν γίνει μαβιά σαν οργωμένη γη το φθινόπωρο, μάγουλα που τα σκέπαζε, όταν έβγαινε, ένα βελάκι μισοσηκωμένο, και που απάνω τους στέγκωνε πάντα ένα αθέλητο δάκρυ, φερμένο εκεί απ’ το κρύο ή από κάποια δυσάρεστη σκέψη.

 

 

 

 
 ANAZHTΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ
(Ι) ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΣΟΥΑΝ
ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ
Μετάφραση: Παύλος Ζάννας
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

Εικόνα: https://www.lvmh.com/news-documents/news/hennessy-creates-master-blenders-selection-n1-a-passionately-unique-cognac/



Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram
  • The great unpardonable sin is to murder the love - life in a human soul .

    lecturesbureau: "The great unpardonable sin
is to murder the love - life
in a human soul ."
    160
    2
  • Forget injuries , NEVER FORGET KINDNESSES .

    lecturesbureau: "Forget injuries ,

NEVER FORGET KINDNESSES ."
    397
    0
  • DO GOOD . You have done wrong ? Then balance it by doing right .

    lecturesbureau: "DO GOOD .

You have done wrong ?
Then balance it by doing right ."
    376
    0
  • If you see a friend without a smile , give him one of yours .

    lecturesbureau: "If you see a friend without a smile , 
give him one of yours ."
    1798
    4
  • In Art as in Love , instinct is enough .

    lecturesbureau: "In Art as in Love , instinct is enough ."
    430
    0

  • instagram by lecturesbureau
    666
    3
  • Take time to listen to what is said without words ...

    lecturesbureau: "Take time to listen to what is said without words ..."
    359
    0
  • Unexpected KINDNESS is the most powerful , least costly , and most underrated agent of human change .

    lecturesbureau: "Unexpected KINDNESS
is the most powerful , least costly ,
and most underrated agent of human change ."
    354
    5
  • Not all those who wander are lost .

    lecturesbureau: "Not all those who wander
are lost ."
    369
    2

  • instagram by lecturesbureau
    501
    3