ΤΙΜΩΝ Ή ΜΙΣΑΝΘΡΩΠΟΣ (ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ) | Μέρος Δ’

ΤΙΜΩΝ Ή ΜΙΣΑΝΘΡΩΠΟΣ (ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ) | Μέρος Δ’

ΤΙΜΩΝΑΣ

Γιατί αυτός παλαιότερα μου προξένησε πάμπολλες συμφορές: με παρέδωσε σε κόλακες, με περιτριγύρισε με δολοπλόκους, ξεσήκωσε μίσος εναντίον μου, με διέφθειρε με καλοπέραση, με κατάντησε αντικείμενο φθόνου, και στο τέλος ξαφνικά με εγκατέλειψε τόσο αναξιόπιστα και προδοτικά.
Αντίθετα η αξιότιμη Φτώχεια, γυμνάζοντάς με συστηματικά με πολύ αντρίκειες κοπιαστικές εργασίες και συντροφεύοντάς με με αλήθεια και ελευθερία έκφρασης, φρόντιζε να μου εξασφαλίζει με τον κόπο μου τα απαραίτητα και να με εκπαιδεύει να περιφρονώ τα πολλά εκείνα, εξαρτώντας τις ελπίδες της ζωής μου μόνο από τον ίδιο τον εαυτό μου, και δείχνοντάς μου ποιος ήταν ο δικός μου πλούτος, που δεν θα μπορούσε να μου τον αφαιρέσει ούτε κόλακας καλοπιάνοντας με, ούτε συκοφάντης εκφοβίζοντάς με, ούτε όχλος που εξοργίστηκε, ούτε μέλος της συνέλευσης που ψήφισε, ούτε τύραννος που μηχανορράφησε.
Δυναμωμένος λοιπόν από τις κοπιαστικές εργασίες, καθώς καλλιεργώ φιλόπονα αυτό το χωράφι, χωρίς να βλέπω καμιά από τις ασχήμιες της πόλης, έχω αρκετά τρόφιμα διαρκώς από το δικέλλι μου.
Επομένως πάρε το δρόμο της επιστροφής, Ερμή, πηγαίνοντας τον Πλούτο πίσω στον Δία.

ΕΡΜΗΣ

Άσε όμως τα δύστροπα και παιδιάστικα, και δέξου τον Πλούτο. Δεν είναι για πέταμα τα δώρα που στέλνει ο Δίας.

ΠΛΟΥΤΟΣ

Θέλεις, Τίμωνα, να υπερασπιστώ τον εαυτό μου μπροστά σου, ή θα θυμώσεις, μόλις αρχίσω να μιλώ;

ΤΙΜΩΝΑΣ

Λέγε, όχι όμως με πολυλογίες, ούτε με προοίμια, όπως οι κατεργάρηδες οι ρήτορες. Αν πεις λίγα, θα σε ανεχτώ, για χάρη αυτού εδώ του Ερμή.

ΠΛΟΥΤΟΣ

Θα χρειαζόταν βέβαια ίσως και να μακρηγορήσω, μια και με κατηγόρησες για τόσα πολλά. Ωστόσο δες αν πραγματικά σε έχω αδικήσει, όπως λες, εγώ που ήμουν η αιτία για τις πιο ευχάριστες εμπειρίες σου, για εκδηλώσεις τιμής και προεδρική θέση και τιμητικά στεφάνια και κάθε άλλη καλοπέραση, καθώς εξαιτίας μου ήσουν αξιοθαύμαστος και περίφημος και περιζήτητος. Αν όμως έπαθες κάτι κακό από τους κόλακες, δεν σου φταίω εγώ. Το αντίθετο μάλιστα, εγώ αδικήθηκα από σένα σ’ αυτό, γιατί με άφησες τόσο ατιμωτικά στη διάθεση τρισκατάρατων ανθρώπων, που σε επαινούσαν και σε ξεγελούσαν και μηχανορραφούσαν εναντίον μου με κάθε τρόπο.
Όσο για το τελευταίο που είπες, ότι σε πρόδωσα, αντίθετα εγώ θα μπορούσα να σε κατηγορήσω γι’ αυτό, που διώχτηκα με κάθε τρόπο από σένα και πετάχτηκα κατακέφαλα έξω από το σπίτι σου. Να γιατί η αξιότιμη Φτώχεια σου φόρεσε αυτό το τομάρι, αντί για μαλακό μανδύα.
Άλλωστε είναι μάρτυράς μου αυτός εδώ ο Ερμής, πώς θερμοπαρακαλούσα τον Δία να μην έρθω σ’ εσένα, που μου είχες φερθεί τόσο εχθρικά.

ΕΡΜΗΣ

Βλέπεις όμως τώρα, Πλούτε, τι λογής άνθρωπος έχει γίνει; Μη διστάζεις λοιπόν να μείνεις μαζί του.

ΤΙΜΩΝΑΣ

Πρέπει να πειστώ, Ερμή, και να ξαναπλουτίσω. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει κανείς, όταν οι θεοί τον αναγκάζουν; Πρόσεξε όμως σε τι βάσανα με βάζεις, τον κακότυχο, που, ενώ μέχρι τώρα ζούσα τρισευτυχισμένος, θα αποκτήσω ξαφνικά τόσο πολύ χρυσάφι, χωρίς να έχω κάνει κάτι κακό, και θα φορτωθώ τόσο μεγάλες έγνοιες.

ΕΡΜΗΣ

Αποδέξου το, Τίμωνα, για χάρη μου, ακόμη κι αν είναι δύσκολο και ανυπόφορο, ώστε οι κόλακες εκείνοι να σκάσουν από τη ζήλια τους.
Κι εγώ θα πετάξω πάνω από την Αίτνα προς τον ουρανό.

ΠΛΟΥΤΟΣ

Αυτός έφυγε, όπως συμπεραίνω από το φτεροκόπημα. Κι εσύ περίμενε εδώ· φεύγοντας θα σου στείλω τον Θησαυρό· ή καλύτερα χτύπα.
Εσένα λέω, Θησαυρέ από χρυσάφι, υπάκουσε σ’ αυτόν εδώ τον Τίμωνα και άφησε τον εαυτό σου να σε βγάλει έξω. Σκάβε, Τίμωνα, χτυπώντας βαθιά.

ΤΙΜΩΝΑΣ

Εμπρός λοιπόν, δικέλλι μου, δυνάμωσε τώρα και μην αποκάμεις να προσκαλείς τον Θησαυρό από το βάθος στην επιφάνεια.

Ω Δία αξιοθαύμαστε και αγαπητοί μου Κορύβαντες και κερδοφόρε Ερμή, που βρέθηκε τόσο χρυσάφι;
Μήπως αυτά είναι τάχα όνειρο; Φοβάμαι μήπως ξυπνήσω και βρω μπροστά μου κάρβουνα. Κι όμως, είναι χρυσάφι σε νομίσματα, κοκκινωπό, βαρύ και με απολαυστικότατη όψη.
Ω Μίδα και Κροίσε και αναθηματικές προσφορές στους Δελφούς, πόσο τιποτένιοι υπήρξατε μπροστά στον Τίμωνα και στον πλούτο του Τίμωνα, με τον οποίο δεν είναι ίσος ούτε ο βασιλιάς των Περσών.
Ω δικέλλι και αγαπητό μου τομάρι, εσάς θα είναι ωραίο να σας προσφέρω σ’ αυτόν εδώ τον Πάνα.
Κι εγώ θα αγοράσω ολόκληρη αυτή την απόμακρη περιοχή, θα χτίσω για τη φύλαξη του θησαυρού έναν μικρό πύργο, που θα είναι αρκετός μόνο για να μένω εγώ, και μου φαίνεται πως τον ίδιο θα έχω και για τάφο, όταν πεθάνω.
“Ας αποφασιστούν αυτά και ας νομοθετηθούν για την υπόλοιπη ζωή μου: αποφυγή οποιασδήποτε επικοινωνίας και γνωριμίας· περιφρόνηση σε όλους· ο φίλος, ο φιλοξενούμενος, ο σύντροφος και ο βωμός της Συμπόνιας είναι ανοησίες· το να λυπηθώ κάποιον που κλαίει ή να βοηθήσω κάποιον που έχει ανάγκη είναι παρανομία και παράβαση των κανονισμών· διαβίωση μοναχική, όπως των λύκων, και φίλος μόνο ένας: ο Τίμωνας. Όλοι οι άλλοι, εχθροί και μηχανορράφοι· και η συνομιλία με κάποιον απ’ αυτούς, μόλυνση.
Ας πλουτεί μόνο ο Τίμωνας και ας περιφρονεί τους πάντες και ας καλοπερνάει μόνος με τον εαυτό του, απαλλαγμένος από κολακείες και ενοχλητικούς επαίνους.
Και ας έχει το εξαιρετικά ευχάριστο όνομα “Μισάνθρωπος”, καθώς χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του θα είναι δυστροπία και τραχύτητα και αναισθησία και οργή.
Τον νόμο τον εισηγήθηκε ο Τίμωνας, ο γιος του Εχεκρατίδη από τον δήμο του Κολλυτού, τον υπερψήφισε στη συνέλευση ο Τίμωνας ο ίδιος”.
Ωστόσο, και τι δεν θα ’δινα για να για να γνωστοποιηθούν αυτά με κάποιο τρόπο σε όλους, ότι δηλαδή είμαι πάμπλουτος· το γεγονός αυτό θα ήταν θηλιά στο λαιμό τους.
Αλλά τι συμβαίνει; Πω πω ταχύτητα! Από παντού τρέχουν όλοι μαζί, σκονισμένοι και λαχανιασμένοι, καθώς, κι εγώ δεν ξέρω πως, μυρίζονται το χρυσάφι.
Τι από τα δύο λοιπόν να κάνω, να ανέβω σ’ αυτόν τον βράχο και να τους αποδιώχνω με τις πέτρες, εκσφενδονίζοντάς τες από ψηλά, ή να παραβούμε για λίγο τον κανόνα απευθύνοντάς τους μόνο για μια φορά τον λόγο, για να στεναχωριούνται ακόμη περισσότερο που θα τους δείχνω καταφρόνια;
Αυτό, νομίζω, είναι το καλύτερο.
Επομένως ας τους υποδεχτούμε μένοντας εδώ κάτω.
Για να δω, ποιος είναι αυτός που έρχεται πρώτος απ’ όλους;
Ο Γναθωνίδης ο κόλακας, που, όταν παλαιότερα του ζήτησα άτοκο δάνειο, μου έδωσε μια θηλιά, ενώ είχε ξεράσει πιθάρια ολόκληρα στο σπίτι μου.
Καλά έκανε όμως που ήρθε· θα κλάψει πριν από τους υπόλοιπους.

 
Μέρος Α’: http://www.lecturesbureau.gr/1/timon-parta-a-1452/
Μέρος Β’: http://www.lecturesbureau.gr/1/timon-parta-b-1453/
Μέρος Γ’: http://www.lecturesbureau.gr/1/timon-parta-c-1454/

Μέρος Ε’: http://www.lecturesbureau.gr/1/timon-parta-e-1456/
ΣΑΤΙΡΑ ΑΠΛΗΣΤΙΑΣ
ΚΑΙ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑΣ
ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΖΗΤΡΟΣ



Facebook

Instagram

Follow Me on Instagram