Lectures Bureau | ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΣ | Μέρος Α’
Ένα site επιστήμης και φιλοσοφίας με στόχο τη δόμηση ενός αξιακού συστήματος, το οποίο, σεβόμενο τη διαφορετικότητα της προσωπικότητας, θα λειτουργήσει ως άξονας για τη δημιουργία καλών σχέσεων σε όλους τους τομείς της ζωής. Φιλοσοφία | Επιστήμη | Τέχνη
19742
post-template-default,single,single-post,postid-19742,single-format-standard,qode-quick-links-1.0,ajax_fade,page_not_loaded,,side_area_uncovered_from_content,footer_responsive_adv,qode-content-sidebar-responsive,qode-theme-ver-11.0,qode-theme-bridge,wpb-js-composer js-comp-ver-5.1.1,vc_responsive

ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΣ | Μέρος Α’

ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΣ | Μέρος Α’

Ρομαντισμός

Ρομαντισμός ονομάζεται εκείνο το πνευματικό κίνημα που αναπτύχθηκε στη Γερμανία στα χρόνια που ακολούθησαν μετά τη Γαλλική Επανάσταση και διαδόθηκε κατα τις πρώτες τρεις δεκαετίες του δέκατου ενάτου αιώνα σε ολόκληρη την Ευρώπη, με μια σειρά εθνικών παραλλαγών. Δεδομένης της παρουσίας του στο ρομαντικό φαινόμενο ανταγωνιστικών αξιών, καταλήγει αδύνατον να προσδιορίσουμε τα χαρακτηριστικά του με μονοσήμαντο τρόπο. Αντίθετα, μπορούμε να υποδείξουμε μερικά τυπικά του θέματα

H αναζήτηση του απόλυτου, μια έννοια για την οποία οι στοχαστές και οι ρομαντικοί καλλιτέχνες ένιωσαν μια πραγματική έλξη (ένα είδος λαχτάρας, έναν πόθο).Εκφράστηκε τόσο στην ιδεαλιστική φιλοσοφία (Φίχτε, Σέλινγκ, Χέγκελ) όσο και σε ένα ασαφές και πιο λογοτεχνικό «συναίσθημα του απείρου».

Η έμφαση στο συναίσθημα, που ωθείται μέχρι τον “συναισθηματισμό”, η επιθυμία για όλα αυτά που γεννούν ένα βασανιστικό συναίσθημα (γι’ αυτό η πιο τέλεια εκ των τεχνών θεωρείται η μουσική).

Η επαναξιολόγηση της πίστης, με τη συνεπακόλουθη αναγέννηση του ενδιαφέροντος για όλες τις θρήσκειες

Η αγάπη για την ιστορία, τόσο για εκείνη της αρχαίας Ελλάδας (εξιδανικευμένη) όσο και για τις αντικλασικές περιόδους: τον Μεσαίωνα,την προϊστορία,τις βάρβαρες εποχές.

Η περιέργεια για τις άλογες πλευρές της ζωής (-> Ζωή) και για τις εντυπωσιακές εμπειρίες, με τη συνεπακόλουθη αναβίωση του μυστικισμού και της μαγείας .

Το ενδιαφέρον για κάθε κατάσταση μεταβολής του νου: ο ύπνος, ο ρεμβασμός (ονειροπόληση με τα μάτια ανοιχτά), η παραισθητική εμπειρία που παράγεται από τα ναρκωτικά, ικανή να ξεπεράσει το φράγμα της ομαλότητας και να προκαλέσει ένα είδος μέθης.

Η επαναδιατύπωση των αρχαίων προεπιστημονικών δογμάτων της ψυχής του κόσμου και της ισοδυναμίας ανάμεσα σε μικρόκοσμο και μακρόκοσμο , θεμέλιο της ρομαντικής Φυσικής φιλοσοφίας, ή «φιλοσοφίας της Φύσης».

Η αναβίωση της φανταστικής λογοτεχνίας και του παραμυθιού η περιέργεια για το εξωτικό και το πρωτόγονο. Τον δέκατο ένατο αιώνα γεννήθηκε ο μύθος του ταξιδιού, στον οποίον οι ρομαντικοί είδαν μια επιστροφή στις πηγές του πολιτισμού, μια αναβίωση των ίδιων, μια απόδραση από την πραγματικότητα. Αλλά το ταξίδι μπορεί να είναι ακόμη μια απόδραση στον χρόνο, τόσο στο μέλλον (η επιστημονική φαντασία είναι ένα είδος που επινόησε ο Ρομαντισμός) όσο και στο παρελθόν (με τον Ιβανόη του Ου. Σκοτ γεννήθηκε το ιστορικό μυθιστόρημα) .

Το επαναστατικό ρεύμα κατά του κατεστημένου ή προμηθεϊσμός: η στάση πρόκλησης και επανάστασης ενάντιον της πεπερασμένης φύσης του κόσμου, εξ αιτίας της οποίας δεχόμαστε να πολεμήσουμε αιτίες και να καταδιώκουμε ιδανικά τόσο τεράστια όσο και ανέφικτα, θεωρώντας δεδομένη την αναπόφευκτη ήττα (μεμψιμοιρία).

Η σημασία που αποδίδεται στην έκφραση της ελεύθερης υποκειμενικής δημιουργικότητας,με την επακόλουθη συνέπεια για ανοιχτές, αποσπασματικές και λυρικές μορφές γνώσης.

Ανάμεσα σε τόσο ανόμοια στοιχεία, συχνά αντίθετα μεταξύ τους, το ενοποιητικό στοιχείο της ρομαντικής νοοτροπίας παραμένει το θέμα του άπειρου που κατέληξε να γίνει ένας αγωνιώδης ψυχολογικός δαίμονας, φιλοδοξία να ξεπεράσουμε τα όρια του εγώ, μια επιθυμία να φθάνουμε πάντα πιο πέρα, πέρα από τον χώρο και τον χρόνο, πέρα από τον θάνατο και πέρα από τον πόνο, για να γνωρίσουμε το ακατάληπτο και να νιώσουμε αυτό που βρίσκεται πέρα από τις αισθήσεις.

Streben

Η αισθητικότητα του ρομαντικού ανθρώπου προσδιορίζεται από τον γερμανικό όρο Streben (που σημαίνει «ένταση», αλλά επίσης και φθορά, άσθμα, ανησυχία), με τον οποίον εκφράζεται μια αντίληψη της ζωής ως αδιάκοπη προσπάθεια, συνεχής προσπάθεια να ξεπεραστεί οποιοδήποτε εμπόδιο είτε υλικό είτε πνευματικό. Στο streben, άγχος ή «αίσθημα» του απείρου, εκδηλώνεται η ανησυχία απέναντι σε κάθε είδους περιορισμό, μαζί με την επιθυμία να υπερβούμε την καθημερινή πραγματικότητα, χαρακτηριστικά της λογοτεχνικής και φιλοσοφικής κουλτούρας των αρχών του δεκάτου ενάτου αιώνα. Όπως ακριβώς στο επίκεντρο της σκέψης του Καντ βρισκόταν η έννοια του ορίου, ο Ρομαντισμός παρουσιάστηκε, με συμμετρικά αντίθετο τρόπο, ως η υπέρβαση κάθε ορίου: σίγουρα το άπειρο δεν είναι ποτέ εφικτό, αλλά ωστόσο είναι προσιτό σε αυτό που τείνει προς το άπειρο,τις παρεκκλίσεις του μπορεί να είναι το απεριόριστο, το αχανές, το απροσμέτρητο, το ατελείωτο, το ανεξάντλητο, το κολοσσιαίο, το απέραντο, το απειράριθμο, το αιώνιο, το υπερβατικό, το απροσδιόριστο, το απόλυτο.

Ο Φίχτε είναι εκείνος που μελέτησε φιλοσοφικά την έννοια του Streben μέχρι να την κάνει μια οργανική ηθική πρόταση. Ολόκληρη η μελέτη του αναφορικά με το απόλυτο, το οποίο προσδιορίζεται ως άπειρη υποκειμενικότητα, συνιστά μια μεταφυσική προϋπόθεση, η οποία είναι απαραίτητη για να στηρίξουμε σε γερά θεμέλια την ιδέα μιας ολοκληρωτικής ανθρώπινης ελευθερίας (αναγκαίο σημείο εκκίνησης για κάθε προσπάθεια μέχρι το άπειρο). Το τελικό νόημα του περίπλοκου μεταφυσικού συλλογισμού του Φίχτε που διαβιβάζεται με ένα έντονα τεχνικό λεξιλόγιο («Το Εγώ θέτει το μη-Εγώ») είναι ότι η Φύση (το «μη-Εγώ» για το μεμονωμένο άτομο) δεν περιλαμβάνει κάποια ανυπέρβλητη αντικειμενική προϋπόθεση. Ο υλικός κόσμος δε μπορεί να είναι ένα εμπόδιο για μια πραγματικά καθορισμένα ανθρώπινη βούληση (ένα «Εγώ»), για τον απλό λόγο ότι ολόκληρη η πραγματικότητα είναι στο σύνολό της ένα (ανεπίγνωστο) προϊόν της δραστηριότητας του ίδιου του υποκειμένου (απόλυτος υποκειμενισμός).

Η απόδειξη γι’ αυτή την αρχή, η οποία βρίσκεται τόσο μακριά από την κοινή λογική συνίσταται στη διαπίστωση, η οποία μπορεί να επιβεβαιωθεί εμπειρικά, ότι κάθε τύπος ανθρώπου δημιουργεί μια ιδέα του κόσμου κατ’ εικόνα του: ένας διεφθαρμένος έχει την τάση να βλέπει σε κάθε αχρείο γεγονός μια επιβεβαίωση της δικής του θέσης, απορρίπτει ως εξαιρέσεις τις περιπτώσεις ειλικρίνειας και επιλέγει ασυνείδητα) όλα τα εξωτερικά ερεθίσματα για να επιβεβαιώσει τη δική του άποψη για τη ζωή. Σίγουρα ο διεφθαρμένος ζει με έναν διεφθαρμένο τρόπο, όπως ακριβώς ο ιδεαλιστής βιώνει μια πραγματικότητα στην οποία επικρατεί το πνεύμα και ο δογματικός αφήνεται να εξαρτηθεί από κάθε εμφανή ανάγκη.

Υποστηρίζοντας την ανωτερότητα του πνευματικού επί της πεπερασμένης Φύσης του σώματος, ο Φίχτε ήταν ο φιλόσοφος της απειρότητας του Εγώ, μοναδική αργή και πηγή της γνώσης, απεριόριστο πνεύμα, απολύτως ελεύθερη δημιουργική ικανότητα. Σίγουρα η έρευνα του άπειρου είναι εξ ορισμού προορισμένη να παραμείνει για πάντα ανικανοποίητη, αλλά αυτό που μετρά δεν είναι η επίτευξη ενός οποιουδήποτε αποτελέσματος, που είναι πάντοτε μονομερές και μπορεί να υπερνικηθεί. Το σημαντικό, υποστηρίζει ο Φίχτε, «δεν είναι να είμαστε ελεύθεροι, αλλά να γίνουμε ελεύθεροι».

Πεπερασμένο/ άπειρο

Η αγωνία του απείρου που χαρακτήρα τον Ρομαντισμό, μαζί με την επιθυμία των ιδεαλιστών φιλοσόφων να προσδιορίσουν μια απόλυτη αρχή, οδήγησαν σε έναν αρχικό στοχασμό για τους δεσμούς που υπάρχουν ανάμεσα στο πεπερασμένο (αυτό που είναι συγκεκριμένο, ατομικό) και στο άπειρο. Ο Γερμανός ποιητής Νοβάλις συνέθεσε τη νέα μορφή με αυτούς τους στίχους (Ερρίκος του Αφτερντίγκεν, 1802): «Το ένα στο όλο και το όλο στο ένα/η εικόνα του Θεού στο χορτάρι και στις πέτρες/ το πνεύμα του θεού στους ανθρώπους και στα ζώα/ από αυτό πρέπει να διαποτιστούμε». Αυτό που θέλει να πει ο Νοβάλις είναι ότι ένα αισθητό πνεύμα μπορεί να συλλάβει το άπειρο σε οποιοδήποτε πράγμα, σε κάθε λεπτομέρεια του κόσμου, επειδή το άπειρο παρουσιάζεται με τις μορφές του πεπερασμένου. Είναι μια ιδέα που η ρομαντική εποχή αφομοίωσε εις βάθος, διακρίνοντας παντού την παρουσία ενός απόμακρου και μυστηριακού φαινομένου.

Αφ’ ετέρου, αν κάθε λεπτομέρεια μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα τμήμα του καθολικού, κάθε γεγονός γίνεται έκφραση μιας ανώτερης αξίας. Όλη η κουλτούρα των πρώτων χρόνων του δεκάτου ενάτου αιώνα κυριαρχείται από αυτό το νοητικό σχήμα: με βάση αυτό, ο Σέλινγκ και ο Γκαίτε διατύπωσαν μια φιλοσοφία της Φύσης (Φυσική Φιλοσοφία) βιταλιστικού και οργανικού τύπου: τα βιταλιστικά φαινόμενα δεν μπορούν να εξηγηθούν με τους νόμους της χημείας, επειδή η Φύση είναι ζωντανή, ακόμη και στα μικρότερα μέρη της· σε ένα απλό κοτσάνι από χορτάρι μπορούμε να δούμε τη δράση των κοσμικών δυνάμεων που, μέσω μιας εσωτερικής αντίθεσης δυνάμεων (συστολής και διαστολής), παράγουν την πολυπλοκότητα της Φύσης και τη σταδιακή της εξέλιξη. Υποστηρίζοντας ότι είναι «πανθεϊστής» ως επιστήμονας και «πολυθεϊστής» ως ποιητής ο Γκαίτε είδε στη Φύση μια ζωντανή, δυναμική, έμψυχη και τελειοποιημένη δύναμη. Ένα οργανικό σύνολο, το οποίο είναι δομημένο με τέτοιο τρόπο, ώστε κάθε πράγμα (τα άτομα, τα είδη) έχει νόημα μονάχα όταν αποτελεί μέρος του γενικού συνόλου. Είδε, επίσης, ότι σε αυτό το θέμα μπορούσε να πραγματοποιήσει μια σύγκλιση ανάμεσα στην τέχνη και στη φιλοσοφία: πράγματι τόσο αυτή όσο και η ζωγραφική, ή η μουσική, ή η ποίηση, τείνουν πάντα να κατανοούν τον σύνδεσμο που ενώνει το πεπερασμένο με το άπειρο.

Η σχέση ανάμεσα σε πεπερασμένο και άπειρο βρίσκεται στη ρίζα του στοχασμού του Χέγκελ, σύμφωνα με τον οποίον η βασική θέση του Ιδεαλισμού πρέπει να είναι η κίνηση: «Αυτό που είναι πεπερασμένο δεν είναι ένα πραγματικό ον». Αυτό που υπάρχει σε μια καθορισμένη στιγμή της ιστορίας, αν λαμβάνεται ως έχει, δεν υπάρχει, και σε κάθε περίπτωση διαφεύγει από κάθε πιθανότητα κατανόησης. Με άλλα λόγια δεν είναι δυνατόν να αναλύσουμε την πραγματικότητα (τόσο τον φυσικό κόσμο όσο και την ιστορία του πολιτισμού) απομονώνοντας κάποιο κομμάτι και προσπαθώντας να το εξηγήσουμε ως έχει, αφήνοντας στην άκρη τους δεσμούς που έχει αυτό με το υπόλοιπο κομμάτι του, γιατί αυτό γίνεται κατανοητό αποκλειστικά και μόνο υπό το φως αυτού. Αυτό που είναι τμηματικό, οροθετημένο, ανολοκλήρωτο, εν συντομία «πεπερασμένο» δεν απολαμβάνει μιας δικής του αυτόνομης ύπαρξης: είναι μια μη πραγματικότητα που γίνεται κατανοητή μόνο όταν καταλήγει στο άπειρο. Το τελευταίο έχει μια ιδανική φύση, παρ’ όλο που δεν είναι υπερβατική , και ονομάζεται από τον Χέγκελ Πνεύμα (Απόλυτο).

 

 

Μέρος Β’: http://www.lecturesbureau.gr/1/idealism-part-b/
Μέρος Γ’: http://www.lecturesbureau.gr/1/idealism-part-c/

 

 

 

 

Εικονογραφημένος Άτλας της Φιλοσοφίας

Ubaldo Nicola