Lectures Bureau | Έκανα αυτό που κάνουμε όλοι όταν βρισκόμαστε μπροστά σ’ οδύνες κι αδικίες: ανέβαινα να κλάψω στο πιο ψηλό σημείο του σπιτιού (ΠΡΟΥΣΤ)
Ένα site επιστήμης και φιλοσοφίας με στόχο τη δόμηση ενός αξιακού συστήματος, το οποίο, σεβόμενο τη διαφορετικότητα της προσωπικότητας, θα λειτουργήσει ως άξονας για τη δημιουργία καλών σχέσεων σε όλους τους τομείς της ζωής. Φιλοσοφία | Επιστήμη | Τέχνη
22651
post-template-default,single,single-post,postid-22651,single-format-standard,qode-quick-links-1.0,ajax_fade,page_not_loaded,,side_area_uncovered_from_content,footer_responsive_adv,qode-content-sidebar-responsive,qode-theme-ver-11.0,qode-theme-bridge,wpb-js-composer js-comp-ver-5.1.1,vc_responsive

Έκανα αυτό που κάνουμε όλοι όταν βρισκόμαστε μπροστά σ’ οδύνες κι αδικίες: ανέβαινα να κλάψω στο πιο ψηλό σημείο του σπιτιού (ΠΡΟΥΣΤ)

Έκανα αυτό που κάνουμε όλοι όταν βρισκόμαστε μπροστά σ’ οδύνες κι αδικίες: ανέβαινα να κλάψω στο πιο ψηλό σημείο του σπιτιού (ΠΡΟΥΣΤ)

Όταν τις βόλτες αυτές στον κήπο τις πραγματοποιούσε η γιαγιά μου μετά το δείπνο, ένα μόνο πράγμα είχε τη δύναμη να την κάνει να γυρίσει πίσω: αυτό θα συνέβαινε – κάποια στιγμή που ο γύρος του περιπάτου της την έφερνε περιοδικά, σαν να ‘ταν έντομο, απέναντι στα φώτα του μικρού σαλονιού όπου είχαν σερβίρει τα λικέρ πάνω στο τραπέζι των χαρτιών – αν η μεγάλη μου θεία της φώναζε : «Μπατίλντ ! έλα λοιπόν να εμποδίσεις τον άντρα σου να πιεί κονιάκ!». Πραγματικά, για να την πειράξει (η γιαγιά μου είχε φέρει στην οικογένεια του πατέρα μου ένα πνεύμα τόσο διαφορετικό, ώστε όλοι έκαναν χωρατά μαζί της και την παίδευαν), κι επειδή τα λικέρ ήταν απαγορευμένα για τον παππού μου, η μεγάλη μου θεία του ‘δινε να πιεί μερικές σταγόνες. Η καημένη η γιαγιά μου ερχόταν μέσα, θερμοπαρακαλούσε τον άντρα της να μη δοκιμάσει κονιάκ. Εκείνος θύμωνε, έπινε μολαταύτα τη γουλιά του κι η γιαγιά μου ξανάφευγε μελαγχολική, απογοητευμένη κι όμως χαμογελαστή, γιατί είχε τόση ταπεινοφροσύνη κι ήταν τόσο γλυκιά, ώστε η καλοσύνη της για τους άλλους και το λίγο που την απασχολούσε ο εαυτός της, καθώς και τα όσα υπέφερε, δένονταν αρμονικά μέσα στο βλέμμα της σ’ ένα χαμόγελο όπου, αντίθετα μ’ ό,τι βλέπει κανείς στα πρόσωπα πολλών ανθρώπων, δεν υπήρχε ειρωνεία παρά μόνο για τον ίδιο τον εαυτό της, ενώ για μας όλους υπήρχε κάτι σαν φιλί στα μάτια της, που δεν μπορούσαν να κοιτάξουν όσους αγαπούσε χωρίς να τους χαϊδέψουν με τρυφερό πάθος.

 

Αυτό το μαρτύριο που της επέβαλλε η μεγάλη μου θεία, το θέαμα απ’ αυτές τις μάταιες παρακλήσεις της γιαγιάς μου κι απ’ την αδυναμία της, νικημένη από πριν, όσο προσπαθούσε χωρίς αποτέλεσμα ν’ αποσπάσει απ’ τον παππού μου το ποτήρι με το λικέρ, ήταν απ’ τα πράγματα που τόσο συνηθίζει κανείς να τα βλέπει, ώστε φτάνει αργότερα στο σημείο να τ’ αντιμετωπίζει γελώντας και να παίρνει πια το μέρος του διώχτη αρκετά ξεκάθαρα κι εύθυμα, για να πείσει τον εαυτό του πως δεν πρόκειται για κατατρεγμό. Τότε μου προκαλούσαν τέτοια φρίκη που θα ‘θελα να μπορούσα να ‘δερνα τη μεγάλη μου θεία. Όμως μόλις άκουγα: «Μπατίλντ, έλα λοιπόν να εμποδίσεις τον άντρα σου να πιεί κονιάκ!», δειλός λες κι ήμουν άντρας κιόλας, έκανα αυτό που κάνουμε όλοι, όταν είμαστε πια μεγάλοι, όταν βρισκόμαστε μπροστά σ’ οδύνες κι αδικίες : δεν ήθελα να τις βλέπω. Ανέβαινα να κλάψω στο πιο ψηλό σημείο του σπιτιού, κοντά στο δωμάτιο της μελέτης, κάτω απ’ τη στέγη, σ’ ένα καμαράκι που μύριζε ίριδα και του πρόσθετε μοσχοβολιά μια άγρια μαυροσταφυλιά που ‘χε φυτρώσει απέξω ανάμεσα στις πέτρες του τοίχου κι ένα λουλουδισμένο κλαδί της περνούσε απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο. Προορισμένο για χρήση πιο ειδική και πιο χυδαία, το καμαράκι αυτό, απ’ όπου έβλεπε κανείς τη μέρα ως τον Πύργο του Ρουσσαινβίλ-λε-Πεν, μου χρησίμεψε για καιρό σαν καταφύγιο, ίσως γιατί ήταν το μόνο δωμάτιο που μου επιτρέπανε να κλειδώνω για όλες μου τις απασχολήσεις που απαιτούσαν απαραβίαστη μοναξιά: ανάγνωση, ονειροπόληση, δάκρυα και ηδυπάθεια.

 

Αλίμονο! Δεν ήξερα πως πολύ πιο έντονα απ’ τις μικρές αταξίες στη δίαιτα του συζύγου της η δική μου έλλειψη θέλησης, η ευαίσθητή μου υγεία, η αβεβαιότητα που όλ’ αυτά έριχναν στο μέλλον μου απασχολούσαν τη γιαγιά μου όσο διαρκούσαν οι ατέλειωτες αυτές βόλτες, το απόγευμα ή το βράδυ όπου έβλεπες να περνά ξανά και ξανά- ατενίζοντας λοξά στον ουρανό- τα’ όμορφό της πρόσωπο, με τα μελαψά και ρυτιδωμένα μάγουλα, που με τα γεράματα είχαν γίνει μαβιά σαν οργωμένη γη το φθινόπωρο, μάγουλα που τα σκέπαζε, όταν έβγαινε, ένα βελάκι μισοσηκωμένο, και που απάνω τους στέγκωνε πάντα ένα αθέλητο δάκρυ, φερμένο εκεί απ’ το κρύο ή από κάποια δυσάρεστη σκέψη.

 

 

 

 
 ANAZHTΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ
(Ι) ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΣΟΥΑΝ
ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ
Μετάφραση: Παύλος Ζάννας
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

Εικόνα: https://www.lvmh.com/news-documents/news/hennessy-creates-master-blenders-selection-n1-a-passionately-unique-cognac/